Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Έγραψε για το "Φεύγω"...

η Πασχαλία Τραυλού


Φεύγω... Το ρήμα της απόγνωσης. Το απόσταγμα της ανάγκης για μια νέα αρχή και συνάμα η λέξη που δηλώνει την παραίτηση από μια εξάρτηση που έχει τσακίσει τα όρια της ψυχής. Αλλά και το ρήμα της ελευθερίας. Της εξόδου από την όποια φυλακή, τη φυγή από τις συμβάσεις, από τα λάθη, από τα όρια, από το τέλμα...
Δε θα μπορούσε να υπάρχει ιδανικότερος τίτλος γι‘ αυτό το μυθιστόρημα, καθώς δίνει το στίγμα με απόλυτη ακρίβεια του ψυχικού αδιεξόδου και της πνευματικής διαδρομής που διανύει η κεντρική ηρωίδα του, η Ρόζα.
Φεύγει η Ρόζα...
Χαμένη στις σκέψεις της, βυθισμένη στις αμφιβολίες της, περίμενε ν’ ακούσει από τα μεγάφωνα του σταθμού, την αναγγελία της αναχώρησης του λεωφορείου της. Έτσι αρχίζει το βιβλίο. Με μια φυγή με ορίζοντα την αυτογνωσία.
Σε όλη της τη ζωή η Ρόζα καίγεται από τη λαχτάρα της φυγής. Νιώθει να πνίγεται μέσα στα σχήματα και στα προσχήματα. Στα προσχήματα αυτά που για τη Ρόζα ήταν ηλεκτροφόρα σύρματα που απειλούσαν να κάνουν κάρβουνο το αίσθημα της ελευθερίας της μας ξεναγεί η συγγραφέας με την εύσχημη και έντεχνη επιστροφή της  στο παρελθόν της ηρωίδας της.
Φτιάχνει μια υπέροχη εικόνα, την ηρωίδα στο κάθισμα κάποιου λεωφορείου, την ώρα που πραγματώνει  την απόδρασή της χωρίς να ξέρει ακόμη τι και ποιον αληθινά γυρεύει, από τι και από ποιον στ’ αλήθεια δραπετεύει, να κοιτάζει έξω από το ιδρωμένο τζάμι, όχι το τοπίο που τρέχει μπρος στα μάτια της, αλλά το παρελθόν της.
«Στο αδιέξοδο που εγώ η ίδια είχα δημιουργήσει, έψαχνα να βρω την απαρχή της άναρχης ανατροπής της ζωής μου. Να μάθω ποια πόρτα –ορθάνοιχτη ή μισάνοιχτη ; - βρήκε ο εισβολέας και  τρύπωσε μέσα» θα εξομολογηθεί και απ’ τη στιγμή ετούτη και για σαράντα σελίδες η συγγραφέας φιλοτεχνεί το πορτρέτο της ηρωίδας της και σκιαγραφεί τη ζωή της.
Σ’ αυτές τις σαράντα σελίδες η Κώστια Κοντολέων βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει το μοντέλο της ζωής και τα πρότυπα της ηθικής τάξης μιας ολόκληρης γενιάς γυναικών, μιας ηθικής περιχαρακωμένης μέσα στα όρια της κοινωνικής ευπρέπειας και των προσχημάτων.
«Κόρη γιατρού ήταν κι έπρεπε να δίνει το καλό παράδειγμα, να γυρνάει πριν από τις εννιά το βράδυ στο σπίτι, γιατί έκαναν τα καλά και ηθικά κορίτσια, αργά στους δρόμους γυρνάνε μόνο κάτι ξετσίπωτες ελευθερίων ηθών, ήταν η μόνιμη επωδός της μάνας της» αναφέρει η Κώστια Κοντολέων χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα ενός κούφιου δογματισμού που αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης εποχής.
Ωστόσο η Ρόζα, παρότι αργεί ακόμη να κάνει φανερή την υποδόρια επανάστασή της, χάρη στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, παραμέρισε τις ηθικές αγκυλώσεις που είχαν ενσταλάξει μεθοδικά στον ψυχισμό της οι γονείς της και τα έδωσε όλα στον έρωτα εκτός φυσικά από το πολυτιμότερο πράγμα κάθε γυναίκας, όπως όριζε το τσιτάτο της τότε ηθικής, την παρθενιά της.
Αυτή ήταν η πρώτη φυγή της Ρόζας, την οποία κανείς δεν αντιλήφθηκε για καιρό κι εκείνη απολάμβανε - ίσως περισσότερο κι από τα πειράματα ερωτικής ηδονής - την ιδέα της απόδρασης από τα κοινωνικά όρια και την υποκρισία. Πρώτος συνεργός της σ’ αυτή τη φυγή, ο Μιχάλης ο οποίος τη μύησε και στην πικρή γεύση της ερωτικής προδοσίας. 
Μετά από την απόγνωση και την απογοήτευση, η Ρόζα χρειάζεται πάλι μια νέα φυγή, ή μάλλον μια επιστροφή σε όσα απέφευγε προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της πρώτης της απόδρασης. Το δίλημμα σταθερό για ένα κορίτσι της εποχής: σπουδές ή γάμος;
Σ’ αυτό το στάδιο η Ρόζα ανακαλύπτει την ύπαρξη του άλλου της εαυτού. Εκείνου που υπάρχει για να αντιμάχεται με τα πρέπει του τα θέλω της. Εκείνος που τη μπερδεύει, που τη συγκρατεί ασταμάτητα σαν χαλινός, εκείνος που θα τη φέρνει στο εξής ενώπιος ενωπίω με μισερά και χαιρέκακα διλήμματα. Αυτός που την προστάζει να παραμένει στο τέλμα της εμφυσώντας της την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε της φόβο.
Αφανείς ήρωες όσο η Ρόζα προσπαθεί να βρει τον προσανατολισμό της στα απροσ-διόριστα πλάνα της ζωής της, οι γονείς και τα στερεότυπα που φανατικά συνεχίζουν να πρε-σβεύουν. Γίνε γιατρός – γιατί μέσα στον κύκλο των γιατρών που θα συναστραφείς θα βρεις τον καλύτερο γαμπρό και οποία μεγαλύτερη κοινωνική καταξίωση από ένα ζεύγος γιατρών στην αφρό-κρεμα της κοινωνίας ή απλώς παντρέψου γιατρό. Η συνταγή της κοινωνικής αποδοχής και της ευτυχίας φάνταζε πολύ απλή και πολύ εύκολη για να υιοθετηθεί από ένα ανήσυχο πνεύμα σαν τη Ρόζα. Η Ρόζα δυσπιστεί και για άλλη μια φορά ελίσσεται για να αποφύγει τον εγκλεισμό της στην υψίστης ασφαλείας φυλακή των προσχημάτων.
Θα φύγω για σπουδές, η ανακοίνωση της Ρόζας όταν ο κλοιός για γάμο γίνεται πιεστικός και αναγκάζεται να πάψει τις αναβολές και να πάρει ένα δρόμο επιτέλους στην εικοσάχρονη ζωή της. Η ίδια μες στο νου της ήδη ονειρευόταν το πρώτο σκέλος της απόφασης «θα φύγω» αδια-φορώντας κατ’ ουσίαν για το δεύτερο, «για σπουδές».
Ακολούθησε η φυγή μέσα σε επιπόλαιες σχέσεις που επέτρεπε στον εαυτό της να κάνει μετά το χωρισμό της από τον Μιχάλη. Νεαροί με επαναστατικές ιδέες, αντίποδες εκείνων που θα γίνονταν εύκολα αποδεκτοί από το οικογενειακό της περιβάλλον στοιβάζονται στην ατζέντα των κατακτήσεών της καθώς επίσης, φοιτητές επί πτυχίω, φερέλπιδες επιχειρηματίες, συμβιβασμένοι υπάλληλοι, απλώς αρσενικά στην ουσία που πρόσφεραν σχέσεις δίχως έρμα – θα συμπληρώσω και χωρίς ειρμό, χωρίς προορισμό και σκοπό -, βαθαίνοντας το κενό της αντί να το περιορίζουν.
Κι όποτε οι πιέσεις για γάμο γίνονταν αφόρητες ΕΓΩ ΔΕΝ ΠΟΥΛΙΕΜΑΙ ύψωνε το ανάστημά της η Ρόζα και από άνθρωπος γινόταν γίγαντας τρομάζοντας περίγυρο και γονείς.
Έτσι, η Ρόζα προτίμησε τις σπουδές και το διαβατήριο για μια ευπρεπή φυγή ετούτη τη φορά. Μα στο σημείο αυτό παρενέβη η μοίρα, η συγκυρία, το αναπάντεχο για να αλλάξει τη ρότα της, για να βρεθεί απρόβλεπτα αντιμέτωπη με μια δύναμη που καμία φυγή και καμία ελευθερία δεν μπορεί να ανακάμψει την αίγλη της.
Γνωρίζει τον Φλάβιο...
Γοητεύει ο Φλάβιος τους άλλους... Τους μαγνητίζει... Ναι, ακριβώς αυτή είναι η σωστή λέξη: μαγνητίζει. Τη σκέφτηκα για πρώτη φορά χτες το βράδυ καθώς κοιτούσα πίσω από το τζάμι του λεωφορείου μια φωτεινή επιγραφή σε κάποιο μαγαζί της Εθνικής που πουλάει μάρμαρα, μια επιγραφή που μου είχε γραπώσει κι άλλες φορές το βλέμμα στα ταξίδια μου.
«Φονιάς» έγραφε η επιγραφή.... Και ξαφνικά εκείνο το Φ αντικαταστάθηκε από τη σκοτεινή λάμψη που έχουν κάποιες φορές τα μάτια του άντρα μου...
Η Ρόζα μένει με τον Φλάβιο... Απαρνιέται τη φυγή της, την ελευθερία της για χάρη του. Μπαίνει στο χρυσό κλουβί που φιλοτεχνεί ο έρωτάς του και η κτητικότητά του για κείνη. Ζει, αναπνέει, υπάρχει γι’ αυτόν. Για τον καλλιτέχνη που αποκτά φωτοστέφανο στη σκέψη της καθώς γονατίζει μπροστά στο μεγαλείο της δικής του ακλόνητης ελευθερίας.
Έμεινε κοντά στον Φλάβιο, για να φύγει στ’ αλήθεια, ή έτσι νόμισε τουλάχιστον. Ίσως και να έμεινε από πείσμα. Απ’ τη λαχτάρα της να μάθει «να διαβάζει» τον Φλάβιο. Να τον κατακτήσει όπως την κατάκτησε. Να τον αποκωδικοποιήσει καθώς αυτή είναι η γοητεία που σαγηνεύει πάντα: Αυτή που δεν μπορούμε εύκολα να εννοήσουμε.
«Μέσα από ποιήματα και χρώματα, μέσα από πίνακες που απαιτούν μια δεύτερη ανάγνωση, μόνο έτσι θα καταφέρεις να μπεις πιο βαθειά στον εσώκλειστο κόσμο μου. Έτσι θα με γνωρίσεις, αν με γνωρίσεις ποτέ». Ακολουθεί η παράδοση, η παραφορά, το όνειρο, η ψευδαίσθηση, η τύφλωση που απολαμβάνει κάθε ερωτευμένος.
«Γυμνή αφέθηκε η Ρόζα στα έμπειρα χέρια του, που έψαυαν τις μυστικές κοιλότητές της. Και το κόκκινο φόντο στο μουσαμά του Φλάβιου που τη ζωγράφιζε, συναγωνιζόταν το κόκκινο που έβαψε το λευκό ύφασμα με το οποίο ο Φλάβιος είχε τυλίξει επιδέξια το κορμί της. Οι αναίμακτες επαναστάσεις της είχαν υποχωρήσει μπροστά στην υπέρτατη θυσία της στο βωμό του έρωτα, όπου η σημειολογία του αίματος είναι συνυφασμένη με τη σημειολογία της ηδονής. Κάθε πινελιά στο μουσαμά του, κάθε χάδι του στο κορμί της έδεναν σαν ξόρκι μαγικό όλο και πιο πολύ τη ζωή της με τη δική του ζωή».
Ώσπου ο έρωτας έγινε υποταγή... Έγινε κάτεργο... Έγινε το ψυχρό κρατητήριο των ονείρων της... Έγινε ο γάμος της με τον Φλάβιο... Η ψυχή της έγινε το αντίτιμο για μια λαβυρινθώδη, βασανιστική, σκοτεινή αγάπη. Γιατί ο καλλιτέχνης μεταμορφώθηκε σε αμείλικτο κτήτορα.
Μόνο που η Ρόζα για καιρό, λόγω των παρωπίδων του έρωτα, απολάμβανε τη φυλάκισή της μέσα στα όνειρα του Φλάβιου. Κολακευόταν που της επέτρεπε να υπάρχει μες στους νεφελώδεις χώρους των οραμάτων του. Ζούσε δανεικές ζωές μέσα από τη δική του. Κι έτσι για καιρό καταλάγιασε το αίσθημα της φυγής. Κούρνιασε δίπλα στο Φλάβιο, κι έγινε για χάρη του ζυμάρι για να φτιάξει ο Φλάβιος ένα νέο γλυπτό με ύλη τη δική της ψυχή. Ώσπου άρχισε να νιώθει μόνη σ’ ένα σπίτι όπου οι σιωπές ηχούσαν εκκωφαντικές στ’ αυτιά της. Έτσι άρχισε να διεκδικεί την αυθύπαρκτη παρουσία της στην κοινή τους ζωή. Μα ο Φλάβιος την ήθελε απλώς δορυφόρο της δικής του ουσίας.
Ήρθε τότε η στιγμή που η Ρόζα αρχίζει να ξυπνά. Εκείνη η παλιά ξεχασμένη λέξη βγαίνει απ’ τη χειμέρια νάρκη της. Θέλω να φύγω… Η φυγή γίνεται αγκάθι και την τρυπά. Γίνεται φωνή του υποσυνειδήτου και απαιτεί τον αυτοσεβασμό που έχει απωλέσει η ηρωίδα. Παίρνει λοιπόν τη ζωή της στα χέρια της και διεκδικεί για τον εαυτό της τον αυτοσεβασμό και την καταξίωση παρά τη συνεχή προσπάθεια του Φλάβιου να καταρρακώσει την αυτοπεποίθησή της. Και τα καταφέρνει ως ένα σημείο. Όταν μια γυναίκα φτάνει στην απόλυτη απελπισία όπως η Ρόζα ζηλεύοντας ακόμη κι ένα σκύλο, τότε αναμφίβολα αυτή είναι η μέγιστη ένδειξη του προσωπικού της εκμηδενισμού.
Συνειδητοποιώντας ότι είχε απεμπολήσει τις όποιες επαναστατικότητες της νιότης της, από φόβο μην τον χάσει, λαχταρούσε πια να χαθεί κι αυτή. Μα εντέλει για άλλη μια φορά προτίμησε να φύγει...
Αρχίζει η αυτοκριτική που εμφανίζεται όταν ο έρωτας φυλλοροεί.... Κοιτά το Φλάβιο και αρχίζει να αναρωτιέται:
Ένα σώμα που αγάπησα και μίσησα
Ένα σώμα που κατάκτησα και με κατάκτησε
Το αγαπώ; Θέλω να το κατακτώ;
Με αγάπησε... Με κατάκτησε... Μήπως με βίασε;
Αόριστος ο χρόνος των ρημάτων. Παρελθόν. Η φθορά έχει αρχίσει ανεπιστρεπτί. Τα λάθη έγιναν και τα πήρε το ποτάμι του χρόνου. Τα ερωτηματικά τεράστια. Το παρόν κριτής. Το μέλλον;
Η Ρόζα ψάχνει νέους χάρτες. Ο Φλάβιος απογυμνώνεται στα μάτια της. Αναρωτιέται αν είναι αυτό που η ίδια χρειάζεται πλάι της. Την απάντηση τη βρίσκει γρήγορα μέσα στο διάφανο πλέον στα μάτια της χαρακτήρα του άντρα της:
«Αυτός δεν ήθελε μια τέτοια σχέση, σκηνοθετούσε τη ζωή του με τόσο πάθος, που δεν συγχωρούσε στους ηθοποιούς του, αυτόκλητους ή μη, κανένα λάθος, καμιά παρέκκλιση από το σενάριο, που το έγραφε αποκλειστικά ο ίδιος».
«Υπάρχουν μάγια που κρατάνε για πάντα;» σκέφτομαι και τον κοιτώ.
Η πορεία του βιβλίου αποδεικνύει ότι η συγγραφέας δεν πιστεύει ότι υπάρχουν μάγια που κρατάνε για πάντα. Ο έρωτας ξεθωριάζει, χάνει τη δύναμή του, οι πρωταγωνιστές του αναμετριώνται αδυσώπητα με τις επιλογές τους. Και τότε φεύγουν... Ή απλώς θέλουν να φύγουν και περιμένουν να βρουν το κουράγιο για ετούτη την απόδραση.
Η Ρόζα αρπάχτηκε απ’ τον Νικόλα τη στιγμή που ένιωθε χωρισμένη στα δυο. Ανάμεσα στη δειλία της εξάρτησης και στη γενναιότητα της φυγής.
«Θέλω να βρω το κουράγιο να φύγω από τον Φλάβιο. Θέλω να βρω το θάρρος να κάνω το ταξίδι που θα με φέρει πιο κοντά στον Νικόλα. Θέλω να διαγράψω το παρελθόν μου, να αδιαφορήσω για το μέλλον μου, να ζήσω μόνο για το παρόν μου».
«Μαζεύω όσο περισσότερα ρούχα του μπορώ, η πόρτα στο πλυντήριο χάσει ανοιχτή, έτοιμη λες, από καιρό να κλείσει στον σκοτεινό του κάδο ένα παρελθόν που σαν γαριασμένο ρούχο ζητάει ν’ αποκτήσει την πρότερή λευκότητά του.
Η Ρόζα έφευγε και πάλι... Μέσω ενός έρωτα... Μ’ έναν ομοφυλόφιλο πολύ νεώτερό της που με τη συμπεριφορά του, την αφοσίωσή του, τη λατρεία – υποκατάστατο της παλιάς λατρείας του Φλάβιου ανάσταινε τις ξεχασμένες στιγμές που αναπολούσε και δεν είχε πια. Προτίμησε την αφοσίωση ενός άντρα που δεν της παρείχε ούτε ίχνος σαρκικής απόλαυσης από τον άντρα που τη χρησιμοποιούσε ως τροφή για το εγώ του. Προτίμησε την παρουσία της στη ζωή ενός ανθρώπου που την αγαπούσε μ’ αυτόν τον ετερόκλητο αφηρημένο τρόπο από τη βασανιστική απουσία και την αορατότητα που της επέβαλε σαν τιμωρία ο Φλάβιος, επειδή χάλασε το σενάριο που έφτιαξε αυτός για τις ζωές τους.
Μες στην παραφορά της απόγνωσης κατά την οποία οι άνθρωποι αδυνατούν να διαβάσουν τη γλώσσα της ψυχής και μπερδεύουν την ανάγκη για φυγή με την ανάγκη για έρωτα, η Ρόζα παρασύρεται από τον Νικόλα, παραδίνεται σ’ αυτόν, γίνεται για άλλη μια φορά το πιόνι ενός άλλου στη σκακιέρα ενός αλλότριου παιχνιδιού. Αργεί να καταλάβει ότι ο Φλάβιος και ο Νικόλας τη χρησιμοποιούν μ’ ένα τόσο ίδιο και συνάμα τόσο αλλιώτικο τρόπο. Νιώθει με τη σειρά της σκυλεμένη, άδεια, μοιρασμένη και συνάμα αβάσταχτα μόνη, τόσο που επιβάλλει στον εαυτό της ένα νέο δίλημμα: Να διαλέξει πάλι την εξάρτηση σ’ έναν από τους δυο τους.
Ο Νικόλας χρησιμοποιεί για να την ελέγξει το ίδιο όπλο που χρησιμοποίησε και ο Φλάβιος πριν απ’ αυτόν. ΠΑΝΤΡΕΨΟΥ ΜΕ θα της πει υποβάλλοντάς την το νέο προβληματισμό: Τι είναι γι’ αυτήν ο Νικόλας; Ο μικρός αδερφός που δεν είχε ποτέ; Ο γιος που δε θέλησε ν’ αποκτήσει; Ο ακίνδυνος αντίζηλος του Φλάβιου; Το όχημα της φυγής; Προσπαθεί να πιαστεί απ’ το παράλογο, για να αντέξει το λογικό.
Τελικά η Ρόζα και ο Φλάβιος θα φύγουν μαζί. Τον τρόπο δε θα τον αποκαλύψω μα ακόμη και η φυγή τους ακολούθησε το σενάριο που εκείνος διάλεξε. Ένας φαύλος κύκλος ανοίγει με την ανάγκη της Ρόζας για φυγή και κλείνει με την απόπειρά της ν’ αποδράσει. Ομόκεντροι φαύλοι κύκλοι αποτελούν το σχεδιάγραμμα της τραγικής της πορείας στον κόσμο. Ένα σενάριο βασισμένο σ’ ένα μύθο για μια χανούμισσα και μια σπηλιά κι ένα σύμπλεγμα αγαλμάτων που παριστάνει δυο ερωτευμένα σώματα δένονται με τον τραγικό μυθιστορηματικό ιστό της ζωής της Ρόζας...
Το Φεύγω αποτελεί μια κραυγή αγωνίας της εσωτερικής αναζήτησης κάθε γυναίκας... Εκφράζει την ανάγκη της να αυπροσδιοριστεί έξω από σχήματα και πρωτόκολλα κοινωνικής συμπεριφοράς. Το φεύγω είναι ο σπαραγμός κάθε γυναίκας που αδυνατεί να συνθηκολογήσει με τη φθορά και τον εγωισμό όσων την περιβάλλουν. Ταυτόχρονα όμως είναι η τραγική αποτύπωση της στιγμής που οι παρωπίδες του έρωτα φθείρονται και η αλήθεια αποκαλύπτεται ολόγυμνη στα μάτια της συνείδησης.
 Όταν η παραφορά του ερωτικού παροξυσμού καταλαγιάζει και η ψυχή αρχίζει να διακρίνει όλα τα χαρακτηριστικά του συντρόφου που προκαλούν το αίσθημα της καταδυνάστευσης στερώντας τη δυνατότητα του αυτοπροσδιορισμού και της ελευθερίας. Και τότε ξεπροβάλλει η ανάγκη της φυγής, τόσο ισχυρή ώστε όταν υλοποιείται διαρρηγνύοντας τα όρια της εξάρτησης να πλημμυρίζει την ψυχή με μοναξιά και όταν μένει ανεκπλήρωτη να προκαλεί μεμψιμοιρία. Γιατί το φεύγω, με την απαράμιλλη ποιητική γλώσσα του, με το εξαίσιο κυκλικό σχήμα δόμησης της ιστορίας, με τη χρήση του αλληγορικού μύθου της Λελούδως, περιγράφει και αναλύει σε βάθος και με λιτό λυρισμό το φαύλο κύκλο του ανικανοποίητου της ανθρώπινης ύπαρξης μέσω του έρωτα και τις προεκτάσεις που ο έρωτας έχει σε κάθε έκφανση της ζωής του ανθρώπου.
Όλη η ζωή κινείται μέσα σε διλήμματα φυγής ή εξάρτησης και ο χρόνος-δυνάστης καθορίζει τις αποφάσεις, επιβάλλει ποινές και υπογραμμίζει με ρυτίδες τα λάθη και τα πάθη μας.
Το Φεύγω είναι ένα βιβλίο δυνατό και επώδυνο, για αναγνώστες που αντέχουν να κοιτούν την ψυχή τους γυμνή στον καθρέφτη...

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Έγραψε για το "Φεύγω"...

...η Μάρω Κερασιώτη

Φεύγω.
Ρήμα σε χρόνο ενεστώτα ίσως και σε μέλλοντα διαρκείας. Παίζεται.
«Φεύγω» τώρα, αύριο, του χρόνου, φεύγω συνεχώς, γενικώς και αορίστως. Φεύγω  σε χρόνο μυστικό, από τώρα μέχρι τότε, πάντα μέχρι να κλείσω πίσω μου μια πόρτα, μια σχέση, ή μια συμφωνία  και να πραγματοποιήσω  τελικά την πράξη που δηλώνει το ρήμα: να φύγω.
Τότε, μια και το ρήμα αποδίδει μια πρόθεση όσο και μια πράξη, μπορεί να πάω στο περίπτερο για τσιγάρα, στη λαϊκή για μαϊντανό, να πάω στη δουλειά, στη διασκέδαση, στο καθήκον, την αγγαρεία, στο διάβολο αν κάποιος με έχει στείλει και θέλω να τον ευχαριστήσω πραγματοποιώντας την ευχή του.
Φεύγω.
Με την ανεμελιά που συνοδεύει τη φυγή για την αγορά της καθημερινής εφημερίδας, με την αγωνία που κρύβει η μετάβαση σε τόπους φορτισμένους: στη φυλακή, στο νοσοκομείο, στο νεκροταφείο. Με το καρδιοχτύπι στη σκέψη μιας ερωτικής συνεύρεσης, με την κούραση που δημιουργεί μια φθαρμένη σχέση, την απειλή που επικρέμεται, με το κενό που περιμένει.
Φεύγω.
Όταν τίποτα δε με δένει με αυτό που προϋποθέτει το παραπάνω ρήμα, μια και  για να φύγω πρέπει να έχω έρθει: στη ζωή, στο σπίτι, στη δουλειά, στην χαρά ή στη λύπη, στο κουτί της Πανδώρας που πάντοτε μας περιμένει στο γύρισμα της στιγμής έτοιμο να μας φιλοδωρήσει με την έκπληξη που μπορεί μεν να μας  σώσει από την πλήξη με άγνωστο τίμημα δε.
Φεύγω.
Ένα ρήμα  ίσα φορτισμένο με θετική κι αρνητική ενέργεια,
που το εκφέρουμε «μετά λόγου γνώσεως» όταν η πόρτα ανοίγει για να σηματοδοτήσει  μια οριστική αναχώρηση, αδιάφορα για μια ολιγόλεπτη φυγή, όμως, πάντα μια απόφαση.
Φεύγω.

Τι γίνεται όταν το «φεύγω» είναι διακαής αλλά ανεκπλήρωτη επιθυμία; Τι γίνεται όταν δεν υπάρχει πόρτα να περάσεις, τραίνο να απομακρυνθείς, αεροπλάνο να πετάξεις; Όταν δεν υπάρχει τόπος και χρόνος εκκίνησης, τόπος και χρόνος άφιξης, όταν θέλουμε να φύγουμε μόνο και μόνο για να μην είμαστε εδώ, σε ένα εδώ που μας μειώνει και μας πνίγει, που γιγαντώνει τα μειονεκτήματα  κι εξουδετερώνει τα προτερήματα; Όταν η φυγή γίνεται έμμονη ιδέα και μας υποχρεώνει να βλέπουμε την πραγματικότητα μέσα από φίλτρα δακρύων, απογοήτευσης, κατάθλιψης; Τι γίνεται όταν η φυγή ξεκινάει με  έκρηξη  αλλά χωρίς στόχο; Σαν αφυπνισμένο ηφαίστειο, σαν φελλός από κουνημένο μπουκάλι σαμπάνιας, σαν σφαίρα από παιδικό πιστόλι, σα λέξη που την ξεστομίζεις απερίσκεπτα και παγώνει οριστικά στο σχήμα «ΦΕΥΓΩ»;
Φεύγω.
Τι γίνεται  όταν ζητάς το ανέφικτο, όταν πρέπει να φύγεις απ’ τον εαυτό σου;

Η ηρωϊδα της Κώστιας Κοντολέων η άτολμη, τυφλή και μοιραία γωνία ενός ερωτικού τριγώνου «φεύγει» για 177 σελίδες. Φεύγει αποφασισμένη-και πάντα αναποφάσιστη- εγκλωβισμένη στο σχήμα που η ίδια έχει δημιουργήσει, φεύγει σε απόπειρες με ημερομηνία λήξεως που δεν οδηγούν πουθενά. Χτυπάει και χτυπιέται, πληγώνει και πληγώνεται χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες σε μια ηλικία που θα έπρεπε να έχει αποδεχτεί , και να έχει αγαπήσει, τον εαυτό της, τον μόνο από τον οποίο-θα έπρεπε να ξέρει ότι- δεν μπορεί να ξε-φύγει. Σε μια ηλικία που ονομάζεται λανθασμένα «ώριμη», αφού η ωριμότητα δεν είναι θέμα χρόνου αλλά νοητικών διεργασιών που δεν ολοκληρώνονται πάντοτε, θέλει να φύγει απ’ αυτά που γνωρίζει και κατέχει με προορισμό αυτά που αγνοεί και ονειρεύεται, γι’ αυτά που ο κι ο πιο ανυποψίαστος αναγνώστης ξέρει ότι δεν υπάρχουν.
Το τέλος της ιστορίας και η λύση για το μπερδεμένο κουβάρι που αποτελούν οι ήρωες  της ιστορίας είναι η απόλυτη καταστροφή, το μόνο «φεύγω» που μπορεί να βάλει τέλος σε κάποια τραγικά διλήμματα: Το φεύγω που έχει προορισμό  την κόλαση ή τον Παράδεισο που ο καθένας έχει μέσα του την ώρα της  οριστικής αναχώρησης.

Έγραψε για το "Φεύγω"...

... η Λένα Μαντά

Η Ρόζα, γόνος καλής οικογενείας με πατέρα γιατρό, ζει την ζωή που επέλεξαν οι δικοί της για κείνη, εγκλωβισμένη και καταπιεσμένη, την ίδια στιγμή που μέσα της μια "άλλη" Ρόζα λαχταράει να ζήσει  εντελώς διαφορετικά. Οι γονείς θέλουν να παντρευτεί γιατρό αλλα΄η ίδια ερωτεύεται έναν εκκεντρικό ζωγράφο τον Φλάβιο και κάνει την επαναστασή της. Τον παντρεύεται για να συνειδητοποιήσει οτι από την γονική καταπίεση φτάνει στην συζυγική, χωρίς να την αντέχει. Πολλά χρόνια αργότερα ο Κωνσταντίνος, ένας νεαρός άντρας με προτίμηση στο ίδιο φύλο, θ' ασκήσει μια παράξενη έλξη στην ψυχή της. Θα ξυπνήσει την 'Άλλη" Ρόζα μέσα της για να φτάσει να μπερδευτεί ακόμα περισσότερο στην αναζήτηση του άντρα της ζωής της.  Υπάρχει κι ένας θρύλος που η Ρόζα θα μάθει τελικά το τέλος του... Πως ένας μεγάλος έρωτας ολοκληρώνεται όταν γίνεται έργο τέχνης....
Διάβασα το βιβλίο σχεδόν μέσα σε μια μέρα. Είναι η πρώτη φορά που διαβάζω βιβλίο της κ. Κοντολέων, ενώ την ίδια την έχω γνωρίσει και είναι ένας άνθρωπος με έμφυτη ευγένεια και ιδιαίτερη γλύκα. Αυτή που αναδύεται από το βιβλίο της. Δεν είναι ένα εύπεπτο μυθιστόρημα που το ξεχνάς την άλλη στιγμή. Όσο κι αν το θέμα του μοιάζει περίεργο, κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί και να επαναπροσδιορίσει δικές του σκέψεις. Αγάπη σημαίνει εγκλωβίζω; Αγαπώ σημαίνει φτιάχνω το αντικέιμενο της αγάπης μου όπως το θέλω εγώ, για να βολεύει εμένα; Τι γίνονται οι καταπιεσμένες επιθυμίες; Που πηγαίνουν, όταν όλοι νομίζουν οτι κατάφεραν να τις πνίξουν ή έστω να τις υποτάξουν; Και ο έρωτας; Έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου στους υπηκόους του;
Υπόδειγμα γραφής φυσικά, χωρίς χυδαιότητες, περιττές και μακροσκελείς περιγραφές, η κ. Κοντολέων επικεντρώνεται στον άνθρωπο, στα πάθη και στα λάθη του. Όπως ήδη είπα, είναι ένα μυθιστόρημα που δεν το ξεχνάς όταν το τελειώσεις. Η Ρόζα δεν είναι μια ...αναποφάσιστη ηρωίδα, είναι μια ψυχή που έχασε το δρόμο της, που την αγάπησαν χωρίς να θελήσουν να την καταλάβουν κι αυτό προκαλεί πόνο μόλις διαπιστωθεί από τον άμεσα ενδιαφερόμενο. Που του έρχεται να φωνάξει: "Αγαπάτε με λιγότερο για να έχω χώρο ν'  αναπνεύσω!" Και η Ρόζα το φώναξε με όλους τους τρόπους στη ζωή της.....
Το εξώφυλλο ανήκει όπως θα είδατε στην "νέα γενιά" των βιβλίων  που εκδίδει ο κ. Ψυχογιός και το βρήκα καταπληκτικό, φέρνει μια άλλη αισθητική στα εκδοτικά.

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2011

"Φεύγω" -κάπως έτσι αρχίζει

  Περπατάμε σε δρόμους που το χώμα τους λερώνει τα παπούτσια μας. Αρκετά πίσω μας πια το χάλασμα του μύλου, με τη σπηλιά στην αυλή, τη σπηλιά που ο Φλάβιος ισχυρίζεται πως κρύβει μέσα της δυο πετρωμένα κορμιά.
Μπροστά μας τα σπίτια της μικρής πολιτείας…  
Κι εκείνος γιατί πάντα πρέπει να μιλά για στοιχειωμένους μύλους, για στοιχειωμένες πέτρες; 
Δεν τον ακούω.  Δεν θέλω να τον ακούσω.  Ούτε να δω θέλω τους όγκους των γύρω βουνών και την παγωμένη γη.  Εγώ πάντα αλλού είμαι… Μέσα σ’ ένα λεωφορείο, στο λεωφορείο της χθεσινής βραδιάς.
Τότε που η κούραση έπαιρνε την θέση της θλίψης, κι εγώ κούρνιαζα όσο πιο βαθιά μπορούσα στο κάθισμα μου.

Έφευγα… 

Με μισόκλειστα μάτια, κι ανήμπορη να κοιμηθώ είχα αφήσει τις θύμησες να εισβάλουν στο ήδη ταραγμένο μου μυαλό.  Την ζωή μου να κουτρουβαλήσει προς τα πίσω. 
Στο ιδρωμένο τζάμι του λεωφορείου με φόντο το σκοτεινό τοπίο απέξω, γύρισα τα χρόνια στο τότε, στο μικρό κορίτσι που ακόμα ήμουνα, για να μπορέσω να εξηγήσω το τώρα, να ψάξω τις απαντήσεις στις ερωτήσεις του Νικόλα, στις ερωτήσεις του Φλάβιου, στις ερωτήσεις της άλλης.
 Στο αδιέξοδο που εγώ η ίδια είχα δημιουργήσει έψαχνα να βρω την απαρχή της άναρχης ανατροπής της ζωής μου.   Να μάθω ποια πόρτα βρήκε ανοιχτή ο εισβολέας και τρύπωσε μέσα.
Ένας εισβολέας πολυπρόσωπος, ερμαφρόδιτος, σαρωτικός.
Και το λεωφορείο διέσχιζε, συνέχεια, θολές εξοχές, θολά τοπία, θολές επαρχιακές πόλεις…  Ένα θολό που σ’ έπνιγε, λες.