Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Συνέντευξη στο "www.Artmag.gr"

Η Κώστια Κοντολέων είναι μια δημιουργός με μακρά πορεία στα ελληνικά γράμματα, ως συγγραφέας και ως μεταφράστρια. Με πέντε βιβλία και αναρίθμητες μεταφράσεις στη λογοτεχνική της σκευή, διαθέτει αναμφίβολα μια χαρακτηριστική ματιά έναντι της σύγχρονης πραγματικότητας, συνθέτοντας έναν λόγο μεστό και άκρως ανεπιτήδευτο.

Τη συνέντευξη την πήρε η Ειρήνη Σπυριδάκη (11/11/20111)

- Η συγγραφή ως διαδικασία για εσάς είναι θέμα έμπνευσης ή ωραρίου; Γράφετε μόνο όταν μέσα σας υπερχειλίζει η ανάγκη ή ακολουθείτε πιστό καθημερινό πρόγραμμα;
Δεν είμαι από τους συγγραφείς που ακολουθούν πιστό καθημερινό πρόγραμμα. Ξέρω από την πρώτη κιόλας πρόταση αν είναι η καλή μου μέρα, αν η έμπνευση θα μου κάνει την τιμή να με επισκεφτεί ή θα το αναβάλλει γι' αργότερα. Θέλω να πω πως είμαι συγγραφέας που βασίζεται στην έμπνευση και το ένστικτο του.

- Ποια είναι η Ρόζα, η ηρωίδα του καινούργιου σας βιβλίου. Πως θα την περιγράφατε;
Η Ρόζα η κεντρική ηρωίδα του τελευταίου μυθιστορήματος μου, του ''Φεύγω'', είναι μια γυναίκα με πολλαπλά πρόσωπα, μια διχασμένη προσωπικότητα σε συνεχή σύγκρουση με τον εαυτό της και το περιβάλλον της που την καταπιέζει. Μπαινοβγαίνει με άνεση στους ρόλους που ηθελημένα παίζει εναλλάσσοντας την κατ' επίφαση συνετή και υπάκουη Ρόζα, με την άλλη Ρόζα την επαναστατημένη, την γεμάτη πάθη, αδιέξοδα και ανατροπές στη ζωή της. Που τολμά ν' αγγίζει τα όρια της, ν' αμφισβητεί πρόσωπα και καταστάσεις, να στήνει παιχνίδια στους άλλους αλλά και στην ίδια της τη ζωή. Μια γυναίκα που μέσα από την συνεχή τάση της για φυγή αναζητά να κατακτήσει την εσωτερική της ελευθερία.

- Στο τελευταίο σας μυθιστόρημα με τίτλο «Φεύγω» η κεντρική ηρωίδα επιδίδεται σε μια συνεχή προσπάθεια απόδρασης και διαφυγής. Θεωρείτε ότι άλλοι είναι εκείνοι που περιχαρακώνουν τις επιθυμίες μας ή μήπως εμείς ευθυνόμαστε για τα «τείχη» που εν αγνοία μας ορθώνουμε γύρω από τον εαυτό μας;
Φυσικά και υπάρχουν, και πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που θα προσπαθούν να περιχαρακώσουν τις επιθυμίες μας, τα πάθη μας. Όμως τα ''τείχη'' εμείς οι ίδιοι είμαστε που τα ορθώνουμε γύρω από τον εαυτό μας. Επιτρέψτε μου, όχι λόγω άγνοιας, αλλά συνειδητά τις περισσότερες φορές. Είναι ανάγκη να γκρεμίζουμε όσα στέκονται εμπόδιο στον δρόμο μας για να πετύχουμε την απόλυτη ελευθερία μας από τις όποιες κοινωνικές ή άλλες αγκυλώσεις μας, που πασχίζουν αενάως να φρενάρουν και εντέλει να εμποδίσουν τις όποιες προσπάθειες απόδρασης μας.

- Έχετε συστήσει στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό δεκάδες μυθιστορήματα ξένων συγγραφέων μέσα από τις μεταφράσεις σας. Θεωρείτε ότι η μετάφραση είναι ένα έργο συνδημιουργίας ή συνιστά απλή μεταφορά νοημάτων και υφολογικών ιδιαιτεροτήτων του εκάστοτε συγγραφέα σε μια άλλη γλώσσα;
Η πολυετής μου ενασχόληση με την μετάφραση λογοτεχνίας ενηλίκων, αλλά και εφήβων και παιδιών παράλληλα με την συγγραφή με βοηθάει πραγματικά να καταλήξω στο συμπέρασμα, ότι η μετάφραση είναι ένα αντικείμενο με πολλές όψεις και με προεκτάσεις που οι εκτός χώρου δεν υποψιάζονται. Είναι φυσικό ο μεταφραστής ν' αντιμετωπίζει το προς μετάφραση κείμενο με όρους ''ιερού κειμένου'', πράγμα που ενέχει τον μεγάλο κίνδυνο να ολισθήσει προς μια κατά λέξη μετάφραση. Υπάρχουν δυο κατηγορίες μεταφραστών, εκείνοι που προσκολλώνται στο προς μετάφραση κείμενο και στο σημαίνον της γλώσσας, με βασικό στόχο τους να διατηρήσουν στην μετάφραση τους όσο πιο πολλά στοιχεία μπορούν από την γλώσσα πηγή. Και οι άλλοι, που δεν δίνουν σημασία στο σημαίνον ή στο σημαινόμενο, αλλά κυρίως στο νόημα και στην ''μυρωδιά'' του κειμένου που μεταφράζουν, προσφεύγοντας σε όλα τα εκφραστικά μέσα που η γλώσσα στόχος προσφέρει. Είμαι οπαδός της δεύτερης κατηγορίας, ανήκω κυρίως στους ''στοχολάτρες'' και ελάχιστα έως καθόλου στους ''πηγολάτρες''.

- Υπήρξατε για τέσσερα χρόνια υπεύθυνη του ένθετου για το βιβλίο σε μεγάλη αθηναϊκή εφημερίδα. Πόσο επίπονο είναι αλήθεια το έργο της παρουσίασης και πολύ περισσότερο της κριτικής των νέων εκδόσεων;
Πέρα από επίπονο είναι, και πρέπει να είναι, και απόλυτα ηθικό. Στα χρόνια που είχα την ευθύνη του ένθετου, προσπάθησα με θρησκευτική ευλάβεια να επικεντρωθώ στα βιβλία που άξιζαν πραγματικά να κάνουν την γνωριμία τους με τους εν δυνάμει αναγνώστες τους. Δεν υπέκυψα ποτέ στον πειρασμό, να προβάλω βιβλία φίλων και γνωστών, ή αυτά που απασχολούσαν την τρέχουσα ενημερότητα. Και ένοιωθα πραγματική χαρά κάθε φορά που ανακάλυπτα ένα διαμαντάκι ανάμεσα στον σωρό.

- Πώς κρίνετε το γεγονός ότι σε μια χώρα όπου εκδίδονται εκατοντάδες βιβλία ετησίως, ο Έλληνας εξακολουθεί να μην διαβάζει;
Είναι μια ερώτηση που μου κάνουν συχνά. Ωστόσο, ο λόγος είναι ολοφάνερος. Δεν έχουμε πειστεί ως Έλληνες πως η ανάγνωση ενός λογοτεχνικού κειμένου μπορεί να μας βγάλει από την ένταση της καθημερινότητας, προσφέροντας μας πραγματική απόλαυση και ευφορία. Πόσο πιο ξεκούραστη θα ήταν μια διαδρομή σ' ένα τρένο, τραμ, μετρό, λεωφορείο, αν στην διάρκεια της αφηνόμαστε στην μαγεία των χάρτινων ηρώων, και τους ακολουθούσαμε στις ζωές τους, οι οποίες ενίοτε θα μπορούσαν να μοιάζουν με τις δικές μας ζωές.

- Τι είναι εκείνο που μπορεί να προσφέρει η λογοτεχνική ανάγνωση στον άνθρωπο, ο οποίος βιώνει πολλαπλά αδιέξοδα σήμερα;
Η ρήση ''μ' ένα βιβλίο ξεχνιόμαστε'', είναι ολότελα λανθασμένη και αποπροσανατολιστική. Η λογοτεχνία δεν πρέπει να μας παραμυθιάζει, πρέπει να μας ανοίγει νέους ορίζοντες και ενίοτε να μας προτείνει λύσεις σε κάποια από τα προβλήματα μας. Έξοδο από τα πολλά και σύνθετα αδιέξοδα μας.

- Τι δανείζεται η λογοτεχνία από τη ζωή και πόσο διαφέρουν οι λογοτεχνικοί ήρωες από τους ανθρώπους της καθημερινότητας;
Νομίζω πως η λογοτεχνία είναι ο εκάστοτε καθρέφτης της εποχής της. Οι εμπειρίες του συγγραφέα, προσωπικές ή γενικότερες είναι αυτές που θα δώσουν υπόσταση στους ήρωες του, και θα χτίσουν σε γερά θεμέλια την ιστορία του. Γιατί τι άλλο είναι η λογοτεχνία από την απεικόνιση του εσωτερικού μας γίγνεσθαι, αλλά και της θεώρησης του κόσμου που μας περιβάλει. Ήρωες που ουδεμία σχέση έχουν με την πραγματικότητα, αδυνατούν να πείσουν τον αναγνώστη και είναι καταδικασμένοι να έχουν την μοίρα του εφήμερου.

- Πιστεύετε ότι το μέλλον της λογοτεχνίας βρίσκεται στα ηλεκτρονικά βιβλία ή οι περισσότεροι αναγνώστες θα παραμείνουν εραστές του χαρτιού;
Οι σύγχρονες τεχνολογίες είναι σαρωτικές στην εποχή μας. Είναι αναπόφευκτο, λοιπόν, να επηρεάσουν ακόμη και τον χώρο του βιβλίου. Για τους νέους είναι, φυσικό, να είναι πιο ελκυστικό το ηλεκτρονικό βιβλίο. Ωστόσο, η αίσθηση του χαρτιού, η δυνατότητα να υπογραμμίσει κανείς μια φράση ή μια παράγραφο, να τσακίσει μια σελίδα για να επανέλθει σ' αυτήν αργότερα, δεν αντικαθίστανται με τίποτα.

- Προτείνετε σ' εμάς πέντε νέους συγγραφείς, οι οποίοι πιστεύετε ότι έχουν να προσφέρουν πολλά στα ελληνικά γράμματα.
Θανάσης Τριαρίδης – για την σκέψη του
Ασημένια Σαράφη – για την διεισδυτικότητα της
Ισίδωρος Ζουργός – για το λεξιλόγιο του
Κωστής Μακρής – για το χιούμορ του

Έγραψε για το "Φεύγω" ...

... η Άντα Κατσίκη - Γκίβαλου

Κώστια μου, είναι λίγες μέρες που τέλειωσα την ανάγνωση του βιβλίου σου
"Φεύγω". Με γοήτευσε πραγματικά. Δεν είναι μόνο το θέμα σύγχρονο, και
που απασχολεί πολλούς ανθρώπους, θα έλεγα ,περισσότερο, γυναίκες. Είναι
αξιοθαύμαστη,η διαγραφή των ανθρώπινων χαρακτήρων,πολύ ψυχολογημένη και
καθόλου επιφανειακή. Το θέμα διέτρεχε τον κίνδυνο να "κυλήσει" στο μελό.
Κατάφερες το εντελώς αντίθετο ,να το μετατρέψεις σε κείμενο που προκαλεί
το στοχασμό και την ενδοσκόπηση. Ο διπλός χαρακτήρας της  Ρόζας που
συγκρούεται διαρκώς  είναι το άλλο εύρημα που ολοκληρώνεται με τη διπλή
αφήγηση πρωτο πρόσωπη και  τριτοπρόσωπη που ενισχύει την πολυφωνία που
νομίζω πως θέλησες να υπάρχει στο κείμενό σου.
Θερμά συγχαρητήρια! Πάντα τέτοια!

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

Έγραψε για το ΄΄Φεύγω΄΄...

...Η Άννα Γκέρτσου-Σαρή (Συγγραφέας)

Κώστια μου, 
    Το μυθιστόρημα σου μου άρεσε για πολλούς λόγους: την ωραία γραφή.  Την αρχιτεκτονική του (περίκλειστο σ' έναν θρύλο, -- στην αρχή η νύξη, στο τέλος η εξήγηση, ανάμεσα η πραγματικότητα μιας γυναίκας.)  Τους ήρωες σου.  Αρέσουν ή όχι, καλοχτισμένοι ως τέτοιοι που επέλεξες να είναι.  Το πέρασμα απο πρωτοπρόσωπα μέρη-ποιητικά, σαν πεζοτράγουδα-σε τριτοπρόσωπη αφήγηση, ενδιαφέρουσα εναλλαγή.
    Η πρώτη κιόλας πρόταση, Φεύγει η Ρόζα...,  δημιουργεί σκεπτικισμό.  Οι λέξεις έχουν προσεγμένη  (ή
αυθόρμητη;) διάταξη.  Γιατί Η Ρόζα φεύγει αποτελεί απλή  δήλωση, ενώ Φεύγει η Ρόζα... είναι πολυσήμαντη.  Υποκρύπτει πολλές πιθανότητες: Θλίψη για το τι αφήνει πίσω της.  Άνοιγμα σε νέους ορίζοντες. Ελπίδα για καινούργιες προοπτικές.  'Η και θρίαμβο για μια απόφαση.
   (Το Έκτακτο Δελτίο, στο τέλος, δεν μου χρειαζόταν διόλου.)

   Οι άνθρωποι όπως ξέρουμε, δεν είναι χυμένοι σε συγκεκριμένα καλούπια.  Αλλά και στο διαφορετικό δικό τους, μπορεί να είναι και αντιφατικοί.  Μπορεί να μη χωρούν στο ίδιο, το μοναδικό, δικό τους καλούπι.  Μπορεί να έχουν πολλούς εαυτούς.  Τέτοια είναι (όπως την είδα) η Ρόζα - (που θα τη ζηλέψουν οι αναγνώστριες σου για τον πόθο και το πάθος που εμπνέει!).  Μια γυναίκα (όπως πολλές) που απο τη μία καταπίεση (της οικογένειας) περνάει στην άλλη καταπίεση (του συζύγου).  Δίνεται αλλά δεν υποτάσσεται.  Αρνείται να γίνει <<κτήμα>>.  Τα τινάζει όλα στον αέρα για τον έρωτα, και το πάθος, και την ελευθερία, και τον γάμο.  Όταν αγαπάς έναν άντρα, τον ακολουθείς.  'Η στην καλύτερη περίπτωση, συμπορεύεσαι.  Όταν αγαπάς την ελευθερία, πορεύεσαι μόνη.  Και άπληστη λοιπόν;
    Έρμαιο του πάθους δυο αντρών, που της <<αφαιρούν το οξυγόνο>>.  Κι έτσι φεύγει...  Για να αποπαιδαγωγηθεί.  Για να αποτινάξει τις επιρροές των άλλων.  Για να ανακαλύψει τον εαυτό της.  Περισσότερο κι από την αναζήτησ του μεγάλου έρωτα, τελικά, τον εαυτό της είναι που αναζητά.
    Με τον Φλάβιο δεν αναπνέει.  -Δεσποτικός.  Εκφέρει τις επιθυμίες του ως διαταγές: Μείνε!  Φύγε! Παντρέψουμε!  Κι όχι <<παντρευόμαστε;>>   Ωστόσο, παράλληλα, δείχνει εκνευριστική ανοχή στα καπρίτσια της κυκλοθυμικής Ρόζας.  Κτητικός κι απόλυτος - Ή ζούμε μαζί ή πεθαίνουμε μαζί.
    Τη σχέση της με τον Νικόλα είναι ανίκανη να την ξεκαθαρίσει.  Κολακεύεται;  Θέλει να εξερευνήσει τον χώρο των ομοφυλοφίλων;  Ξυπνάει το μητρικό φίλτρο;  Αποτελεί ο Νικόλας μια απλή ανάπαυλα;
    Φεύγει η Ρόζα... Σπάει το καλούπι που της έφτιαξαν οι άλλοι και αναδύεται σε διαρκή αναζήτηση απαντήσεων που δεν θα δοθούν ποτέ.  Πάλι, από τη βούληση κάποιου άλλου.

    Επομένως, ένα ενδιαφέρον βιβλίο, καλοδουλεμένο.  Με δυνατούς χαρακτήρες στον τύπο που εσύ τους ήθελες.  Να'ναι καλοτάξιδο και να βρίσκεις καιρό, ανάμεσα στις μεταφράσεις σου, να γράφεις.  Να λέμε <<Γράφει η Κώστια...>> και να περιμένουμε.

                                                                                            Με αγάπη,
                                                                                             Άννα         
                                                                                                          20.3.2011

Δευτέρα, 27 Ιουνίου 2011

Έγραψε για το "Φεύγω" ...

... η Πέρσα Κουμούτση

Την έξοδό της από τη  φυλακή, που έκτισε η ίδια γύρω από τον εαυτό της, υποδηλώνει ο  τίτλος του βιβλίου της  συγγραφέως, Κώστιας Κοντολέων, «Φεύγω». Η συγγραφέας, με μια συγκλονιστική αφήγηση, που ξεχειλίζει ειλικρίνεια και σκληρή αυτοκριτική, επιχειρεί να εκθέσει στα μάτια του αναγνώστη όλα εκείνα τα γεγονότα που οδήγησαν την ηρωίδα της στον αυτόβουλο εγκλεισμό της, κυρίως ψυχολογικό, ως τη στιγμή που αποφασίζει να ξεφύγει. Πάντα έλεγα, οτι οι περισσότεροι άνθρωποι κτίζουμε οι ίδιοι τις φυλακές, τα τείχη γύρω από τους εαυτούς μας, με υλικά που εξορύξαμε από τις δικές μας ψυχές, άλλοτε για να ικανοποιήσουμε τις επιθυμίες των άλλων, κι άλλοτε, γιατί παγιδευόμαστε σε μια ψευδαίσθηση που μας καταστρατηγεί και μας καταδυναστεύει. Ώσπου ο χρόνος, ο μεγάλος κριτής, έρχεται να  μας αποκαλύψει  την αλήθεια, όσο οδυνηρή κι αν είναι αυτή.
 Αλλά πόση δύναμη στ’ αλήθεια χρειάζεται να  επιστρατεύσουμε, για να κάνουμε το πρώτο βήμα προς την ελευθερία;
Ωστόσο,  η ηρωίδα της Κώστιας το επιχειρεί και μάλιστα τη πρωτοσυναντάμε, όταν το έχει ήδη αποφασίσει. Όταν είναι έτοιμη ή σχεδόν έτοιμη να καταλύσει –πριν είναι πολύ αργά- τα τείχη  που τη χωρίζουν από την ίδια τη ζωή, από τον ίδιο τον εαυτό της, που κάποτε ήταν τελείως διαφορετικός. Αυτή η φυλακή, όπως μαθαίνουμε  από την αφηγήτρια, δεν είναι η πρώτη φυλακή από την  οποία επιχειρεί να αποδράσει, προηγήθηκαν κι άλλες πολλές. Πρώτα ήταν εκείνη της οικογένειάς της, που της επέβαλε τις επιταγές του καθωσπρεπισμού, τις δήθεν ηθικές νόρμες και τις συμβάσεις της γενιάς της, έπειτα η φυλακή του συζύγου της, ο οποίος, προκειμένου να ικανοποιήσει τα δικά του εγωιστκά ένστικτα, την υποβάλλει σε ένα μόνιμο ψυχολογικό μαρτύριο και, τέλος, εκείνη του παράδοξου εραστή της...
Το βιβλίο της Κώστιας δείχνει το  ψυχικό αδιέξοδο μιας γυναίκας, θα μπορούσε να είναι το ψυχικό αδιέξοδο  κάθε γυναίκας που ερωτεύτηκε παράφορα, άνευ όρων, και πρόδωσε τα πάντα για τον έρωτα της: την επαναστατικότητα της, τις πεποιθήσεις, την ελευθερία της και όλα τα πιστεύω της, μα πάνω απ όλα τον ίδιο της τον εαυτό.
Το βιβλίο  αρχίζει από το τέλος της διαδρομής ή σχεδόν το τέλος της, με την ηρωίδα του,  τη Ρόζα , βυθισμένη στις σκέψεις  της, να περιμένει το λεωφορείο της «φυγής». Έπειτα, με μια αργή και επώδυνη επιστροφή στο παρελθόν, εξιστορεί, ξετυλίγοντάς σιγά σιγά, όλα εκείνα τα περιστατικά που την έσπρωξαν να πάρει την απόφασή της.  Η ηρωίδα θα ήταν μια συνηθισμένη γυναίκα, αν η Κώστια δεν της προσέδιδε όλα εκείνα τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που την κάνουν να ξεχωρίζει. Φεύγει, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, χωρίς να στηρίζεται σε κανένα νέο εραστή, το αντίθετο μάλιστα. Με την αφήγηση-εξομολόγηση, η συγγραφέας ξεδιπλώνει την ψυχή της ηρωίδας της και τα περιστατικά της ζωής της που την έσπρωξαν σε ετούτη την επιλογή. Συνάμα αναδύεται όλο το κοινωνικό πλαίσιο μια εποχής που την γαλουχεί, με τον καθωσπρεπισμό και την υποκρισία που διακρίνει τη γενιά της, που το μόνο που καταφέρνει είναι να καταστρέφει οτιδήποτε αληθινό και να το υποκαθιστά με το κίβδηλο, το εφήμερο και το ρηχό.
Το βιβλίο της Κώστια είναι ένα ταξίδι αυτεπίγνωσης.
Κάθε νέα φυγή της Ρόζας είναι και ένα σκαλοπάτι προς την αυτογνωσία  και ένα βήμα μακριά  από τα  διλήμματα  της εποχής. Σκοντάφτει αρκετές φορές, ώσπου επιτέλους ανακαλύπτει την ύπαρξη του πραγματικού της εαυτού.
 Φαίνεται πως πρέπει να φτάσει κανείς στην απόλυτη απελπισία, για να αρχίσει το αναγεννητικό ταξίδι της αυτογνωσίας.  

Δευτέρα, 16 Μαΐου 2011

"Φεύγω" -συνέντευξη στο www.avecnews.com

Κώστια Κοντολέων: «η μοναξιά είναι μια συνεχής ενδοσκόπηση στο άγνωστο είναι μας»  
Συνέντευξη / Δευτέρα / 16/05/2011 / 10:32 

Picture

στην Κωστούλα Τωμαδάκη

Την απόλυτη ελευθερία αναζητά  η συνετή και υπάκουη Ρόζα δημιουργώντας αναπόφευκτα ρόλους μέσα από τους οποίους αναζητά τη λύτρωση. Στο ``Φεύγω``,(Ψυχογιός), η Κώστια Κοντολέων με την απλόχερη αφηγηματική της  άνεση και ένα ιδιαίτερο προσωπικό ύφος αντλεί εικόνες από την καθημερινότητα ή το όνειρο και τις αναπτύσσει με τόλμη και ελευθερία.
Η ιστορία μιας  φυγής προς την ελευθερία που εν τέλει, οδηγεί στην ουσία της ζωής.
Η Ρόζα, η ηρωίδα του βιβλίου, μια ζωή προσπαθούσε να φεύγει… Από τους καταπιεστικούς γονείς ..από το Φλάβιο ,τον άντρα που ερωτεύτηκε με πάθος και παντρεύτηκε.
Η Ρόζα φεύγει και από το Νικόλα που δεν έχει την ωριμότητα  να της προσφέρει  ένα ουσιαστικό μέσο απόδρασης, αναζητώντας το δικό της δρόμο.

Θα βρει τη λύτρωση όταν θα τολμήσει… Ένας μεγάλος έρωτας ολοκληρώνεται όταν γίνεται ένα μεγάλο έργο τέχνης.
Με αμφίβολο αλλά λυτρωτικό τέλος ,η Ρόζα, υποκλίνεται και χάνεται από τα μάτια των θεατών. Όμως τίποτα δεν έχει τελειώσει.  

 

 Ποια είναι η Ρόζα, η ηρωίδα σας. Πώς θα την περιγράφατε;  

Η Ρόζα είναι μια γυναίκα με πολλαπλά πρόσωπα, μια διχασμένη προσωπικότητα σε συνεχή σύγκρουση με τον εαυτό της και το περιβάλλον της που την καταπιέζει.  Μπαινοβγαίνει με άνεση στους ρόλους που ηθελημένα παίζει εναλλάσσοντας την κατ’ επίφαση συνετή και υπάκουη Ρόζα, με την άλλη Ρόζα την επαναστατημένη, την γεμάτη πάθη, αδιέξοδα κι ανατροπές στη ζωή της.  Που τολμά ν’ αγγίζει τα όρια της, ν’ αμφισβητεί πρόσωπα και καταστάσεις, να στήνει παιχνίδια στους άλλους μα και στην ίδια της τη ζωή.  Μια γυναίκα που μέσα από την συνεχή τάση της για φυγή αναζητά να κατακτήσει την εσωτερική της ελευθερία.     

Τι ψάχνει να βρει στο Νικόλα; Καθώς διάβαζα το ``Φεύγω``(Ψυχογιός), Είχα την αίσθηση ότι αυτός ο χαρακτήρας είναι περισσότερα πρόσωπα και ικανοποιεί διαφορετικές ανάγκες της Ρόζας. Είναι κάπως έτσι;
   Ο Νικόλας είναι το εισιτήριο της Ρόζας για μια νέα φυγή, αυτή τη φορά από όσα σηματοδοτεί ο γάμος της με τον Φλάβιο.  Ωστόσο, είναι και το άλλοθι της για να καθυστερήσει όσο ακόμη μπορεί το πέρασμα της από την ανεμελιά της νιότης στην αλλοτρίωση της ωριμότητας και ότι αυτή συνεπάγεται.  Συχνά η Ρόζα αναρωτιέται  "Τι είναι τελικά γι’ αυτήν ο Νικόλας".  Ο μικρός αδελφός που δεν είχε ποτέ;  Ο γιος που δεν θέλησε ν’ αποκτήσει; Ο ακίνδυνος αντίζηλος του Φλάβιου; Κάθε ένα χωριστά και όλα μαζί.  Μα κυρίως το όχημα μιας φυγής.

Κατά βάθος η αγάπη είναι το ζητούμενο;

    Η ελευθερία βούλησης είναι το ζητούμενο.  Η Ρόζα είναι χορτασμένη από αγάπη, από έρωτα, το ναρκισσιστικό υπερεγώ της είναι που την εμποδίζει να θέσει ‘όρια’ στα θέλω της για να μπορέσει να τα πραγματώσει και η αδυναμία της να ορίσει τον δικό της χώρο, για να γίνει εντέλει αυτό που από παιδί λαχταράει, μια γυναίκα ανεξάρτητη. 

   
Μπορούμε να ζήσουμε το παρόν. Δεν κουβαλάμε τα φαντάσματα του παρελθόντος και τις προσδοκίες του μέλλοντος;


    Είναι αναπόφευκτο το παρελθόν να εισβάλει στο παρόν μας.  Δεν το κουβαλάμε απλώς ενυπάρχει στα γονίδια μας, μας συνοδεύει από την πρώτη ανάσα μας ως την τελευταία μας.  Και πυροδοτεί τις εξελίξεις του μέλλοντος μας.  Παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυπάρχουν μέσα μας.  Αλληλοσυγκρούονται, αντιμάχονται, μα και αλληλοσυμπληρώνονται στο ταξίδι της ζωής.         

Τι θέλει τελικά η Ρόζα; Να φύγει ή να μείνει;

       Θέλει να φύγει αλλά θέλει και να μείνει με όρους που μάλλον τροφοδοτούν μια αέναη φυγή παρά μια συμφιλίωση με την πραγματικότητα.  Γι’ αυτό και πετυχαίνει τελικά το αντίθετο.  Την εξάρτηση από τον Φλάβιο, τον κυριαρχικό σύζυγο και τον Νικόλα τον σεξουαλικά επαμφοτερίζοντα νεαρό.  Το συνεχές παιχνίδι ανάμεσα τους θα την οδηγήσει στην ανεξέλεγκτη αυτο-ανάφλεξη της.  Με καταστρεπτικές συνέπειες εντέλει στην προσωπικότητα των ηρώων του μυθιστορήματος.



Το ``Φεύγω`` είναι μια ιστορία αποτυχημένης φυγής; Μια πορεία προς την ελευθερία.  Ή κάτι άλλο;
   

     Το ‘Φεύγω’ είναι η ιστορία μιας φυγής προς την ελευθερία, η ηρωίδα διεκδικεί με πάθος την ίδια της τη ζωή, το δικαίωμα της στην πεμπτουσία του έρωτα, ζητάει να πετάξει από πάνω της τα πολλά προσωπεία που έκρυβαν τις ανασφάλειες της, από την εφηβεία της ως την ωριμότητα της.  Κι όταν και το τελευταίο προσωπείο πέσει, η Ρόζα μετουσιώνει την μεγαλοσύνη του έρωτα σε τέχνη.     

  Ο φόβος της μοναξιάς είναι ο φόβος εαυτού;   

      Εγώ προσωπικά πιστεύω πως η μοναξιά είναι μια συνεχής ενδοσκόπηση στο άγνωστο είναι μας.  Δεν συμφωνώ με την άποψη πως μοναξιά σημαίνει ερήμωση.  Αν αγαπάμε τελικά τον εαυτό μας δεν θα νοιώσουμε ποτέ μόνοι μας.  Είναι ένας εταίρος που μακροπρόθεσμα αποδεικνύεται τόσο πιστός όσο η σκιά μας.  

Τι μας κάνει να επιλέγουμε το δρόμο μας, κυρία Κοντολέων;       

      Τα θέλω και οι επιθυμίες μας.  Η ανάγκη μας να γκρεμίσουμε όσα στέκονται εμπόδιο στον δρόμο μας, για να πετύχουμε την απόλυτη ελευθερία μας από τις όποιες κοινωνικές ή άλλες αγκυλώσεις, που πασχίζουν αενάως να φρενάρουν και εν τέλει να εμποδίσουν τις όποιες προσπάθειες απόδρασης μας από μοντέλα παρωχημένα πια αλλά εντέλει ακόμα υπαρκτά

Το "Φεύγω" στο Διαβάζω

Δελεαστικός ο τίτλος. Ειδικά για περιπτώσεις που η τάση φυγής συνιστά ένστικτο επιβίωσης. Πόσο καταπιεσμένο κρατάμε αυτό το «φεύγω» στην καθημερινότητά μας; Κι όμως, ενδόμυχα το θέλουμε, το αποζητάμε. Κι όταν έρχεται η ευκαιρία, αντί να το αρπάξουμε από τα μαλλιά, να το βροντοφωνάξουμε και ν’ αδειάσει το «μέσα» μας, το αφήνουμε να μας προσπεράσει. Περιμένουμε την επόμενη ευκαιρία, και πάλι κάνουμε τα ίδια. Άραγε, τελειώνει ποτέ πραγματικά αυτό το «φεύγω»;
Η Ρόζα φεύγει. Φεύγει από το σπίτι της για σπουδές, από τις σχέσεις της, θα φύγει μαζί με τον Φλάβιο και θα τον παντρευτεί. Θα φεύγει για να συναντά το φίλο της τον Νικόλα που είναι ομοφυλόφιλος. Φεύγοντας από τον ένα για βρει τον άλλο θα χάσει το δρόμο της, θα μείνει μετέωρη, δεν θα ξέρει πια αν φεύγει ή αν έρχεται. Κι αυτό θα τρελάνει τον Φλάβιο, θα τον κλείσει ακόμα περισσότερο στον εαυτό του, στην τέχνη του. Αυτό θα φέρει τον Νικόλα στα όριά του, θα την ποθήσει όσο δεν πόθησε τίποτα και κανέναν στη ζωή του. Κι εκείνη στη μέση, σ’ ένα ατέρμονο «φεύγω» που ούτε η ίδια ξέρει πια από τι θέλει να γλιτώσει και σε τι θέλει να πάει.
Υποβλητικό μυθιστόρημα. Σαν θεατρική παράσταση με τίποτ’ άλλο πάνω στη σκηνή∙ μόνο τους τρεις πρωταγωνιστές και την τέταρτη φωνή, την «άλλη» Ρόζα, αυτήν που την επισκέπτεται με το άσπρο φόρεμα. Ένας νοητός σταυρός, ένα σταυροδρόμι που μόνο κύκλους κάνει γιατί δεν μπορεί να οδηγήσει πουθενά αλλού∙ ο ένας θα πέφτει πάνω στον άλλο. Και η Κώστια Κοντολέων ξέρει πώς να φτιάξει τις εικόνες με μόνο τις απαραίτητες λέξεις. Κατασκευάζει την ατμόσφαιρα με τον δικό της μινιμαλιστικό τρόπο και αυτό που λαμβάνει ο αναγνώστης είναι πλήρως δομημένο. Αποδεικνύει ότι δε χρειάζονται περιγραφές επί περιγραφών και ήρωες και παραήρωες για να υποστηρίξουν το ζητούμενο. Το ζητούμενο μπορεί να στηριχτεί με μία μόνο λέξη: «φεύγω». Αμέτρητες οι φορές που χρησιμοποιείται, κι όμως τα περιέχει όλα…
Επαναλαμβανόμενο μοτίβο της Ρόζας, που δεν μπορεί να συγκρατηθεί σ’ έναν τόπο, μ’ έναν άνθρωπο, με μια ζωή. Επαναλαμβανόμενο μοτίβο στις σελίδες. Δύσκολο για όσους έχουν συνηθίσει τη γραμμική αφήγηση και τη γενναιόδωρη πλοκή. Η συγγραφέας δεν κάνει εκπτώσεις πουθενά. Χρησιμοποιεί απλώς τη δύναμη των λέξεών της και χτίζει τον ψυχισμό των ηρώων της ολοζώντανο. Σαν να τους ξέραμε μια ζωή, σαν να μη χρειάστηκε πάνω από μερικές παραγράφους για να τους γνωρίσουμε. Δύσκολο εγχείρημα. Δύσκολο να γίνεις πειστικός με τόσο λίγα λόγια και σε τόσο λίγες σελίδες, κι όμως εκείνη το καταφέρνει κι εσύ νομίζεις ότι μόλις πέρασε μια ολόκληρη ταινία μπροστά από τα μάτια σου.
Ο έρωτας, ο θάνατος κι η εξουσία λένε ότι είναι τα κυρίαρχα θέματα της λογοτεχνίας. Κι όμως, εδώ δεν μπορείς να ξεχωρίσεις ποιο είναι αυτό που τελικά μεσουρανεί. Σίγουρα ο ερωτισμός είναι διάχυτος, είναι τέτοια η φύση της πρωταγωνίστριας που δεν μπορείς παρά να της αφεθείς. Είναι η χημεία μεταξύ των τριών που σε μπερδεύει. Έτοιμοι για όλα, κι ας μην έχουν πραγματικά όπλα. Παλεύουν να κυριαρχήσουν ο ένας πάνω στον άλλο κι ο έρωτας δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το μέσο. Κι αν το σκεφτείς, ο έρωτας είναι το καλύτερο όπλο όταν πας να κερδίσεις την εξουσία. Ή ο θάνατος;
Όλα μοιάζουν μ’ ένα περίεργο μείγμα. Η συγγραφέας είναι η κόλλα που τα ενώνει και που ανάλογα με τους σκοπούς της βγάζει στην επιφάνεια ή το ένα ή το άλλο. Παίζει με τους τρεις ήρωες και με τα τρία θέματα όπως έκαναν παλιά οι γελωτοποιοί που μπορούσαν να ζογκλάρουν ώρες ατελείωτες και να μην τους πέσει τίποτα κάτω. Και στο τέλος, τα πιάνει όλα στο χέρι της, σταματά και με μια μικρή υπόκλιση αποχωρεί αφήνοντας το έργο της σαν πέρασμα μπρος από τα μάτια σου. Φεύγει








































Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Έγραψε για το "Φεύγω"...

... Η Ελένη Γκίκα

 

“Ποια Ρόζα είμαι τελικά;”



Θέλω... να βρω το κουράγιο να φύγω από τον Φλάβιο. Θέλω... να βρω το θάρρος να κάνω το ταξίδι που θα με φέρει πιο κοντά στον Νικόλα. Θέλω... να διαγράψω το παρελθόν μου, να αδιαφορίσω για το μέλλον μου, να ζήσω μόνο το παρόν μου.
Να φύγω θέλω!”
Με τον, αν και σαφή, εν τέλει, παραπλανητικό τίτλο “Φεύγω”, η συγγραφέας και μεταφράστρια Κώστια Κοντολέων, στο καινούργιο της μυθιστόρημα που κυκλοφόρησε στην καινούργια λογοτεχνική σειρά των εκδόσεων “Ψυχογιός”, υπογράφει ένα σχεδόν αρχετυπικό γυναικείο πρόσωπο- ρόλο.
Στις σελίδες του, η Ρόζα σε πρώτο και τρίτο πρόσωπο, εξομολογητική άλλοτε, γεμάτη ενοχές αλλά και βαθιές, παθιασμένες επιθυμίες, κι άλλοτε καθωσπρέπει, συνετή και τριτοπρόσωπη, ενώνει τους εαυτούς τους και περνοδιαβαίνει στους άλλους και στον χρόνο.
Θέλει να μείνει κοντά του μα και να φύγει μακριά του.
Θέλει... Τι ακριβώς θέλει η Ρόζα;”
Αναζητώντας την πιο βαθιά της επιθυμία, τον εαυτό που αγνοεί μα ωστόσο στην ανικανοποίητή της τάση για φυγή, διαρκώς εν τούτοις, τον κουβαλάει.
Κόρη γιατρού ήταν κι έπρεπε να δίνει το καλό παράδειγμα, να γυρνάει πριν από τις εννιά το βράδυ στο σπίτι, γιατί έτσι έκαναν τα καλά και ηθικά κορίτσια, αργά στους δρόμους γυρνάνε μόνο κάτι ξετσίπωτες ελευθερίων ηθών, ήταν η μόνιμη επωδός της μάνας της”...
Ξεδιπλώνοντας τη ζωή σχεδόν από την αρχή που άρχισε να κατανοεί την διχασμένη, φιλελεύθερή της ύπαρξη, πηγαινοέρχεται ανάμεσα στην όντως Ρόζα και στη Ρόζα των άλλων:
Δεν έμαθαν ποτέ το διχασμό της σε δυο προσωπικότητες που αντιμάχονταν η μια την άλλη”. Βιώνοντας έναν διαρκές προσωπικό της αθέατο πόλεμο, αποτυγχάνει στις σπουδές, εξάλλου, κι αυτές υπήρξαν επιθυμία των άλλων, ερωτεύεται και εμπιστεύεται και πάλι τον εαυτό της ολόκληρο και την
ερωτική αγωγή της” στον Φλάβιο, που είναι εξαπατητικά η επανάστάση της στους άλλους. Ζωγράφος, ό,τι δεν θα ήθελε το μεσοαστικό σπίτι της. Εκείνη που υπήρξε συνάμα και η άλλη, “συνετή και υπάκουη Ρόζα, εκείνη που ήταν το καμάρι των γονιών της”. Μπαινοβγαίνοντας στην όντως Ρόζα και στη σκιά, που ποτέ της δεν εγκατάλειψε. Στήνοντας παιχνίδια και στον ίδιο τον εαυτό της, εξάλλου σε μας είναι που λέμε πάντα, το μεγαλύτερο ψέμα.
Με οξυδερκή και άκρως εικαστική δομή, όπως ταιριάζει στη ζωή που ολοκληρώνεται όταν γίνεται τέχνη και στον δημιουργό ήρωά της που καταδυναστεύει με την ασφυκτική του αγάπη την Ρόζα, η Κώστια Κοντολέων, χωρίζει την ιστορία της σε πέντε κεφάλαια – πίνακες: Η Ρόζα ερωτευμένη (κάρβουνο), Η Ρόζα παντρεμένη (ακουαρέλα), Η Ρόζα μόνη (λάδι), Η Ρόζα κι εγώ (γλυπτό από σίδερο, πέτρα κι οστά, που ΑΝΗΚΕΙ. Και εντέλει Η Ρόζα φεύγει.
Με ύφος άλλοτε ονειρικό, εξομολογητικό και ποιητικό, στα πρωτοπρόσωπα κεφάλαια όπου η Ρόζα, επιθυμεί, παθιάζεται, προσπαθεί, θέλει να φύγει, εγκλωβίζεται κι αμφιβάλλει, κι άλλοτε ρεαλιστικό με θεατρικούς διαλόγους και ψυχαναλυτικούς χαρακτήρες, η συγγραφέας “παίζει” με την φυγή, τολμά, θέλει την ηρωίδα της να πηγαινοέρχεται, να αγγίζει τα όριά της, να αμφισβητεί, να στήνει παιχνίδια στην ίδια της τη ζωή, ναι να μπερδεύει την επανάσταση με την υποταγή, την εντροπία με την μανία της για φυγή, σε κεντρομόλο κίνηση αλλά και φυγόκεντρη διαρκώς αντιφατική, γλυπτό να γίνεται στην σκηνοθετική μανία του Φλάβιο.
Φυσικά, όλα αυτά καθόλου... αβρόχοις ποσί:
Η Ρόζα ξαφνικά σκιρτά. Κατανοεί το παιχνίδι που ο ίδιος της ο εαυτός την είχε κάνει να παίζει εδώ και μήνες...
Ναι, ήταν σχεδόν σίγουρη πως ο Νικόλας θα γινόταν το άλλοθί της για το ξεστράτισμα- παροδικό ή μόνιμο;- από την καταθλιπτική ατμόσφαιρα του σπιτιού της. Η απαρχή μας παρτίδας για δύο συν έναν παίχτες, με άγνωστη διάρκεια, αμφίρροπη εξέλιξη, απώλειες ή κέρδη”...
Τα ιντερμέδια, εμμονικά και φυσικά, διαρκή:
Έφευγε από τον Φλάβιο- έφευγε;- για να γυρίσει στον Νικόλα- γυρνούσε;”
Οι αμφιβολίες και η εσωτερική αναζήτηση, όμοια, σε κάθε στιγμή:
Ποια Ρόζα είμαι τελικά; Αυτή που φώναζε στο λεωφορείο για το Καρπενήσι “Αφήστε με να κατέβω” ή η άλλη, που απαιτούσε να μείνω και να επιστρέψω στον Φλάβιο;
Μια τρίτη Ρόζα, που δεν μπορεί ή δε θέλει να βάλει όρια στη ζωή της;”
Η Κώστια Κοντολέων, κατορθώνει, τελικά, να υπογράψει ένα υποδειγματικό μυθιστόρημα για την αλήθεια και την ψευδαίσθηση του έρωτα, αλλά πάνω απ' όλα για την αντιφατική γυναικεία φύση, για τα προσωπεία και το πρόσωπο που φορτώνεται μια γυναίκα από παιδί, για την ελευθερία που είναι κατάσταση εσωτερική και γι' αυτό τόσο δύσκολα κατακτιέται από τους πάντες.
Το αποτέλεσμα, η αιώνια γυναικεία κραυγή. Να μην ανήκει αλλά να διεκδικεί συνεχώς η ίδια την ίδια της τη ζωή και ο έρωτας που είναι κατάκτηση ολοκληρωτική, η ζωή και το ερωτικό πάθος που γίνεται τέχνη.



Δημοσιεύθηκε στο Έθνος της Κυριακής, 10/4/2011

Τρίτη, 5 Απριλίου 2011

Έγραψε για το ΄΄Φεύγω΄΄...

...η Γεωργία Γαλανοπούλου


Χρόνια τώρα μεταλαβαίνω το τάλαντό σου το συγγραφικό, μέσα από τις αψεγάδιαστες λογοτεχνικές σου μεταφράσεις (που έχουν περάσει πια τη μισή εκατοντάδα) αλλά πρωτίστως μέσα από τα δικά σου τα έργα, τα αξιοσημείωτα και τα αξέχαστα.  «Τα  χρόνια του Δράκου» και «Το Κίτρινο Φουστάνι», αφηγήματα με ξεχωριστή προσωπικότητα.   «Το Χάρτινο Σπέρμα», τόσο λιτό και σύνθετο συνάμα μυθιστόρημα.  Το «Σιγανά Σιγανά Πατώ στη Γη», αριστοτεχνικά υφασμένα διηγήματα με μια αέρινη, αχειροποίητη σχεδόν γραφή.  Γραφή γεμάτη δύναμη, μαγική και αξέχαστη.  Και που προβάλλει πάλι ενήλικη και μεστή μέσα από το νεότευκτό σου «Φεύγω».  Παραδίνομαι λοιπόν ξανά στη δύναμη του γραπτού σου λόγου, παρασύρομαι από τα ρεύματα των εσωτερικών μονολόγων της ηρωίδας σου.  Κλυδωνίζομαι στη δύνη των εσωτερικών της συγκρούσεων, των αντιθέσεων, των αναβολών και των αμφιταλαντεύσεων.   Ψηλαφίζω τις αιχμές του ψυχογραφικού της διαγράμματος.  Βυθίζομαι απνευστί στους δαιδάλους της πολυσύνθετης συνείδησής της.   Και μόνο στην αρχή του προτελευταίου κεφαλαίου, εκεί που η παράθεση της ρήσης του Ντύρερ –ως μότο-- προετοιμάζει την κορύφωση και την έξοδο, αναδύομαι ν’ αναπνεύσω και ν’ αφουγκραστώ την «κραυγή»  που αφήνει πίσω της η αναπόφευκτη σύγκρουση του δίπολου «έρως- θάνατος», η μετουσίωσή του σε  έργο τέχνης.  Και  λυτρώνομαι. 
Το μοτίβο της φυγής είναι τόσο παλιό, έχει σχεδόν την ηλικία της ίδιας της λογοτεχνίας.  Όμως, αυτή εδώ η φυγή της Ρόζας --και του Φλάβιου Κομνηνού-- μέσα από τη δική σου τη νουβέλα έχει το δικό της  χαρακτήρα.  Ξεχωρίζει όχι τόσο γιατί η έκβασή της διαφέρει και εκπλήσσει, αλλά γιατί μέσα από μία αφηγηματική ατμόσφαιρα που θυμίζει τεχνικές ιμπρεσιονιστών ζωγράφων αφήνει περιθώρια στον αναγνώστη να ερμηνεύσει πέρα από τα όρια του αφηγήματος.  Αυτό που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στα δύο τελευταία κεφάλαια της νουβέλας είναι η επιστράτευση της τεχνικής του «progression deffet», δηλαδή η επιτάχυνση της αφηγηματικής ροής,, η συμπύκνωση της εναλλασσόμενης αφήγησης, η κορύφωση της οικονομίας του λόγου, ή αύξηση των νοηματικών ελλειμμάτων.  Όλα αυτά, πιστεύω, για χάρη του αναγνώστη.  Του αναγνώστη που καλείται «να δει» και «να ακούσει» ο ίδιος μέσα από τη δύναμη της λέξης.  Και που φυσικά καλείται να δώσει τη δική του ερμηνεία στην  τελική σπαραχτική προφορά του ρήματος  «φεύγω» από την  ηρωίδα.  «Φεύγω», που μπορεί να σημαίνει  «χάνομαι», «λυτρώνομαι», «μετουσιώνομαι» αλλά και «αρχίζω πάλι». 
Καλοτάξιδο και καλότυχο!


Τρίτη, 22 Μαρτίου 2011

Έγραψε για το "Φεύγω"...

η Πασχαλία Τραυλού


Φεύγω... Το ρήμα της απόγνωσης. Το απόσταγμα της ανάγκης για μια νέα αρχή και συνάμα η λέξη που δηλώνει την παραίτηση από μια εξάρτηση που έχει τσακίσει τα όρια της ψυχής. Αλλά και το ρήμα της ελευθερίας. Της εξόδου από την όποια φυλακή, τη φυγή από τις συμβάσεις, από τα λάθη, από τα όρια, από το τέλμα...
Δε θα μπορούσε να υπάρχει ιδανικότερος τίτλος γι‘ αυτό το μυθιστόρημα, καθώς δίνει το στίγμα με απόλυτη ακρίβεια του ψυχικού αδιεξόδου και της πνευματικής διαδρομής που διανύει η κεντρική ηρωίδα του, η Ρόζα.
Φεύγει η Ρόζα...
Χαμένη στις σκέψεις της, βυθισμένη στις αμφιβολίες της, περίμενε ν’ ακούσει από τα μεγάφωνα του σταθμού, την αναγγελία της αναχώρησης του λεωφορείου της. Έτσι αρχίζει το βιβλίο. Με μια φυγή με ορίζοντα την αυτογνωσία.
Σε όλη της τη ζωή η Ρόζα καίγεται από τη λαχτάρα της φυγής. Νιώθει να πνίγεται μέσα στα σχήματα και στα προσχήματα. Στα προσχήματα αυτά που για τη Ρόζα ήταν ηλεκτροφόρα σύρματα που απειλούσαν να κάνουν κάρβουνο το αίσθημα της ελευθερίας της μας ξεναγεί η συγγραφέας με την εύσχημη και έντεχνη επιστροφή της  στο παρελθόν της ηρωίδας της.
Φτιάχνει μια υπέροχη εικόνα, την ηρωίδα στο κάθισμα κάποιου λεωφορείου, την ώρα που πραγματώνει  την απόδρασή της χωρίς να ξέρει ακόμη τι και ποιον αληθινά γυρεύει, από τι και από ποιον στ’ αλήθεια δραπετεύει, να κοιτάζει έξω από το ιδρωμένο τζάμι, όχι το τοπίο που τρέχει μπρος στα μάτια της, αλλά το παρελθόν της.
«Στο αδιέξοδο που εγώ η ίδια είχα δημιουργήσει, έψαχνα να βρω την απαρχή της άναρχης ανατροπής της ζωής μου. Να μάθω ποια πόρτα –ορθάνοιχτη ή μισάνοιχτη ; - βρήκε ο εισβολέας και  τρύπωσε μέσα» θα εξομολογηθεί και απ’ τη στιγμή ετούτη και για σαράντα σελίδες η συγγραφέας φιλοτεχνεί το πορτρέτο της ηρωίδας της και σκιαγραφεί τη ζωή της.
Σ’ αυτές τις σαράντα σελίδες η Κώστια Κοντολέων βρίσκει την ευκαιρία να προβάλει το μοντέλο της ζωής και τα πρότυπα της ηθικής τάξης μιας ολόκληρης γενιάς γυναικών, μιας ηθικής περιχαρακωμένης μέσα στα όρια της κοινωνικής ευπρέπειας και των προσχημάτων.
«Κόρη γιατρού ήταν κι έπρεπε να δίνει το καλό παράδειγμα, να γυρνάει πριν από τις εννιά το βράδυ στο σπίτι, γιατί έκαναν τα καλά και ηθικά κορίτσια, αργά στους δρόμους γυρνάνε μόνο κάτι ξετσίπωτες ελευθερίων ηθών, ήταν η μόνιμη επωδός της μάνας της» αναφέρει η Κώστια Κοντολέων χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα ενός κούφιου δογματισμού που αποτέλεσε το σήμα κατατεθέν μιας ολόκληρης εποχής.
Ωστόσο η Ρόζα, παρότι αργεί ακόμη να κάνει φανερή την υποδόρια επανάστασή της, χάρη στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, παραμέρισε τις ηθικές αγκυλώσεις που είχαν ενσταλάξει μεθοδικά στον ψυχισμό της οι γονείς της και τα έδωσε όλα στον έρωτα εκτός φυσικά από το πολυτιμότερο πράγμα κάθε γυναίκας, όπως όριζε το τσιτάτο της τότε ηθικής, την παρθενιά της.
Αυτή ήταν η πρώτη φυγή της Ρόζας, την οποία κανείς δεν αντιλήφθηκε για καιρό κι εκείνη απολάμβανε - ίσως περισσότερο κι από τα πειράματα ερωτικής ηδονής - την ιδέα της απόδρασης από τα κοινωνικά όρια και την υποκρισία. Πρώτος συνεργός της σ’ αυτή τη φυγή, ο Μιχάλης ο οποίος τη μύησε και στην πικρή γεύση της ερωτικής προδοσίας. 
Μετά από την απόγνωση και την απογοήτευση, η Ρόζα χρειάζεται πάλι μια νέα φυγή, ή μάλλον μια επιστροφή σε όσα απέφευγε προκειμένου να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της πρώτης της απόδρασης. Το δίλημμα σταθερό για ένα κορίτσι της εποχής: σπουδές ή γάμος;
Σ’ αυτό το στάδιο η Ρόζα ανακαλύπτει την ύπαρξη του άλλου της εαυτού. Εκείνου που υπάρχει για να αντιμάχεται με τα πρέπει του τα θέλω της. Εκείνος που τη μπερδεύει, που τη συγκρατεί ασταμάτητα σαν χαλινός, εκείνος που θα τη φέρνει στο εξής ενώπιος ενωπίω με μισερά και χαιρέκακα διλήμματα. Αυτός που την προστάζει να παραμένει στο τέλμα της εμφυσώντας της την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να αντιμετωπίσει κάθε της φόβο.
Αφανείς ήρωες όσο η Ρόζα προσπαθεί να βρει τον προσανατολισμό της στα απροσ-διόριστα πλάνα της ζωής της, οι γονείς και τα στερεότυπα που φανατικά συνεχίζουν να πρε-σβεύουν. Γίνε γιατρός – γιατί μέσα στον κύκλο των γιατρών που θα συναστραφείς θα βρεις τον καλύτερο γαμπρό και οποία μεγαλύτερη κοινωνική καταξίωση από ένα ζεύγος γιατρών στην αφρό-κρεμα της κοινωνίας ή απλώς παντρέψου γιατρό. Η συνταγή της κοινωνικής αποδοχής και της ευτυχίας φάνταζε πολύ απλή και πολύ εύκολη για να υιοθετηθεί από ένα ανήσυχο πνεύμα σαν τη Ρόζα. Η Ρόζα δυσπιστεί και για άλλη μια φορά ελίσσεται για να αποφύγει τον εγκλεισμό της στην υψίστης ασφαλείας φυλακή των προσχημάτων.
Θα φύγω για σπουδές, η ανακοίνωση της Ρόζας όταν ο κλοιός για γάμο γίνεται πιεστικός και αναγκάζεται να πάψει τις αναβολές και να πάρει ένα δρόμο επιτέλους στην εικοσάχρονη ζωή της. Η ίδια μες στο νου της ήδη ονειρευόταν το πρώτο σκέλος της απόφασης «θα φύγω» αδια-φορώντας κατ’ ουσίαν για το δεύτερο, «για σπουδές».
Ακολούθησε η φυγή μέσα σε επιπόλαιες σχέσεις που επέτρεπε στον εαυτό της να κάνει μετά το χωρισμό της από τον Μιχάλη. Νεαροί με επαναστατικές ιδέες, αντίποδες εκείνων που θα γίνονταν εύκολα αποδεκτοί από το οικογενειακό της περιβάλλον στοιβάζονται στην ατζέντα των κατακτήσεών της καθώς επίσης, φοιτητές επί πτυχίω, φερέλπιδες επιχειρηματίες, συμβιβασμένοι υπάλληλοι, απλώς αρσενικά στην ουσία που πρόσφεραν σχέσεις δίχως έρμα – θα συμπληρώσω και χωρίς ειρμό, χωρίς προορισμό και σκοπό -, βαθαίνοντας το κενό της αντί να το περιορίζουν.
Κι όποτε οι πιέσεις για γάμο γίνονταν αφόρητες ΕΓΩ ΔΕΝ ΠΟΥΛΙΕΜΑΙ ύψωνε το ανάστημά της η Ρόζα και από άνθρωπος γινόταν γίγαντας τρομάζοντας περίγυρο και γονείς.
Έτσι, η Ρόζα προτίμησε τις σπουδές και το διαβατήριο για μια ευπρεπή φυγή ετούτη τη φορά. Μα στο σημείο αυτό παρενέβη η μοίρα, η συγκυρία, το αναπάντεχο για να αλλάξει τη ρότα της, για να βρεθεί απρόβλεπτα αντιμέτωπη με μια δύναμη που καμία φυγή και καμία ελευθερία δεν μπορεί να ανακάμψει την αίγλη της.
Γνωρίζει τον Φλάβιο...
Γοητεύει ο Φλάβιος τους άλλους... Τους μαγνητίζει... Ναι, ακριβώς αυτή είναι η σωστή λέξη: μαγνητίζει. Τη σκέφτηκα για πρώτη φορά χτες το βράδυ καθώς κοιτούσα πίσω από το τζάμι του λεωφορείου μια φωτεινή επιγραφή σε κάποιο μαγαζί της Εθνικής που πουλάει μάρμαρα, μια επιγραφή που μου είχε γραπώσει κι άλλες φορές το βλέμμα στα ταξίδια μου.
«Φονιάς» έγραφε η επιγραφή.... Και ξαφνικά εκείνο το Φ αντικαταστάθηκε από τη σκοτεινή λάμψη που έχουν κάποιες φορές τα μάτια του άντρα μου...
Η Ρόζα μένει με τον Φλάβιο... Απαρνιέται τη φυγή της, την ελευθερία της για χάρη του. Μπαίνει στο χρυσό κλουβί που φιλοτεχνεί ο έρωτάς του και η κτητικότητά του για κείνη. Ζει, αναπνέει, υπάρχει γι’ αυτόν. Για τον καλλιτέχνη που αποκτά φωτοστέφανο στη σκέψη της καθώς γονατίζει μπροστά στο μεγαλείο της δικής του ακλόνητης ελευθερίας.
Έμεινε κοντά στον Φλάβιο, για να φύγει στ’ αλήθεια, ή έτσι νόμισε τουλάχιστον. Ίσως και να έμεινε από πείσμα. Απ’ τη λαχτάρα της να μάθει «να διαβάζει» τον Φλάβιο. Να τον κατακτήσει όπως την κατάκτησε. Να τον αποκωδικοποιήσει καθώς αυτή είναι η γοητεία που σαγηνεύει πάντα: Αυτή που δεν μπορούμε εύκολα να εννοήσουμε.
«Μέσα από ποιήματα και χρώματα, μέσα από πίνακες που απαιτούν μια δεύτερη ανάγνωση, μόνο έτσι θα καταφέρεις να μπεις πιο βαθειά στον εσώκλειστο κόσμο μου. Έτσι θα με γνωρίσεις, αν με γνωρίσεις ποτέ». Ακολουθεί η παράδοση, η παραφορά, το όνειρο, η ψευδαίσθηση, η τύφλωση που απολαμβάνει κάθε ερωτευμένος.
«Γυμνή αφέθηκε η Ρόζα στα έμπειρα χέρια του, που έψαυαν τις μυστικές κοιλότητές της. Και το κόκκινο φόντο στο μουσαμά του Φλάβιου που τη ζωγράφιζε, συναγωνιζόταν το κόκκινο που έβαψε το λευκό ύφασμα με το οποίο ο Φλάβιος είχε τυλίξει επιδέξια το κορμί της. Οι αναίμακτες επαναστάσεις της είχαν υποχωρήσει μπροστά στην υπέρτατη θυσία της στο βωμό του έρωτα, όπου η σημειολογία του αίματος είναι συνυφασμένη με τη σημειολογία της ηδονής. Κάθε πινελιά στο μουσαμά του, κάθε χάδι του στο κορμί της έδεναν σαν ξόρκι μαγικό όλο και πιο πολύ τη ζωή της με τη δική του ζωή».
Ώσπου ο έρωτας έγινε υποταγή... Έγινε κάτεργο... Έγινε το ψυχρό κρατητήριο των ονείρων της... Έγινε ο γάμος της με τον Φλάβιο... Η ψυχή της έγινε το αντίτιμο για μια λαβυρινθώδη, βασανιστική, σκοτεινή αγάπη. Γιατί ο καλλιτέχνης μεταμορφώθηκε σε αμείλικτο κτήτορα.
Μόνο που η Ρόζα για καιρό, λόγω των παρωπίδων του έρωτα, απολάμβανε τη φυλάκισή της μέσα στα όνειρα του Φλάβιου. Κολακευόταν που της επέτρεπε να υπάρχει μες στους νεφελώδεις χώρους των οραμάτων του. Ζούσε δανεικές ζωές μέσα από τη δική του. Κι έτσι για καιρό καταλάγιασε το αίσθημα της φυγής. Κούρνιασε δίπλα στο Φλάβιο, κι έγινε για χάρη του ζυμάρι για να φτιάξει ο Φλάβιος ένα νέο γλυπτό με ύλη τη δική της ψυχή. Ώσπου άρχισε να νιώθει μόνη σ’ ένα σπίτι όπου οι σιωπές ηχούσαν εκκωφαντικές στ’ αυτιά της. Έτσι άρχισε να διεκδικεί την αυθύπαρκτη παρουσία της στην κοινή τους ζωή. Μα ο Φλάβιος την ήθελε απλώς δορυφόρο της δικής του ουσίας.
Ήρθε τότε η στιγμή που η Ρόζα αρχίζει να ξυπνά. Εκείνη η παλιά ξεχασμένη λέξη βγαίνει απ’ τη χειμέρια νάρκη της. Θέλω να φύγω… Η φυγή γίνεται αγκάθι και την τρυπά. Γίνεται φωνή του υποσυνειδήτου και απαιτεί τον αυτοσεβασμό που έχει απωλέσει η ηρωίδα. Παίρνει λοιπόν τη ζωή της στα χέρια της και διεκδικεί για τον εαυτό της τον αυτοσεβασμό και την καταξίωση παρά τη συνεχή προσπάθεια του Φλάβιου να καταρρακώσει την αυτοπεποίθησή της. Και τα καταφέρνει ως ένα σημείο. Όταν μια γυναίκα φτάνει στην απόλυτη απελπισία όπως η Ρόζα ζηλεύοντας ακόμη κι ένα σκύλο, τότε αναμφίβολα αυτή είναι η μέγιστη ένδειξη του προσωπικού της εκμηδενισμού.
Συνειδητοποιώντας ότι είχε απεμπολήσει τις όποιες επαναστατικότητες της νιότης της, από φόβο μην τον χάσει, λαχταρούσε πια να χαθεί κι αυτή. Μα εντέλει για άλλη μια φορά προτίμησε να φύγει...
Αρχίζει η αυτοκριτική που εμφανίζεται όταν ο έρωτας φυλλοροεί.... Κοιτά το Φλάβιο και αρχίζει να αναρωτιέται:
Ένα σώμα που αγάπησα και μίσησα
Ένα σώμα που κατάκτησα και με κατάκτησε
Το αγαπώ; Θέλω να το κατακτώ;
Με αγάπησε... Με κατάκτησε... Μήπως με βίασε;
Αόριστος ο χρόνος των ρημάτων. Παρελθόν. Η φθορά έχει αρχίσει ανεπιστρεπτί. Τα λάθη έγιναν και τα πήρε το ποτάμι του χρόνου. Τα ερωτηματικά τεράστια. Το παρόν κριτής. Το μέλλον;
Η Ρόζα ψάχνει νέους χάρτες. Ο Φλάβιος απογυμνώνεται στα μάτια της. Αναρωτιέται αν είναι αυτό που η ίδια χρειάζεται πλάι της. Την απάντηση τη βρίσκει γρήγορα μέσα στο διάφανο πλέον στα μάτια της χαρακτήρα του άντρα της:
«Αυτός δεν ήθελε μια τέτοια σχέση, σκηνοθετούσε τη ζωή του με τόσο πάθος, που δεν συγχωρούσε στους ηθοποιούς του, αυτόκλητους ή μη, κανένα λάθος, καμιά παρέκκλιση από το σενάριο, που το έγραφε αποκλειστικά ο ίδιος».
«Υπάρχουν μάγια που κρατάνε για πάντα;» σκέφτομαι και τον κοιτώ.
Η πορεία του βιβλίου αποδεικνύει ότι η συγγραφέας δεν πιστεύει ότι υπάρχουν μάγια που κρατάνε για πάντα. Ο έρωτας ξεθωριάζει, χάνει τη δύναμή του, οι πρωταγωνιστές του αναμετριώνται αδυσώπητα με τις επιλογές τους. Και τότε φεύγουν... Ή απλώς θέλουν να φύγουν και περιμένουν να βρουν το κουράγιο για ετούτη την απόδραση.
Η Ρόζα αρπάχτηκε απ’ τον Νικόλα τη στιγμή που ένιωθε χωρισμένη στα δυο. Ανάμεσα στη δειλία της εξάρτησης και στη γενναιότητα της φυγής.
«Θέλω να βρω το κουράγιο να φύγω από τον Φλάβιο. Θέλω να βρω το θάρρος να κάνω το ταξίδι που θα με φέρει πιο κοντά στον Νικόλα. Θέλω να διαγράψω το παρελθόν μου, να αδιαφορήσω για το μέλλον μου, να ζήσω μόνο για το παρόν μου».
«Μαζεύω όσο περισσότερα ρούχα του μπορώ, η πόρτα στο πλυντήριο χάσει ανοιχτή, έτοιμη λες, από καιρό να κλείσει στον σκοτεινό του κάδο ένα παρελθόν που σαν γαριασμένο ρούχο ζητάει ν’ αποκτήσει την πρότερή λευκότητά του.
Η Ρόζα έφευγε και πάλι... Μέσω ενός έρωτα... Μ’ έναν ομοφυλόφιλο πολύ νεώτερό της που με τη συμπεριφορά του, την αφοσίωσή του, τη λατρεία – υποκατάστατο της παλιάς λατρείας του Φλάβιου ανάσταινε τις ξεχασμένες στιγμές που αναπολούσε και δεν είχε πια. Προτίμησε την αφοσίωση ενός άντρα που δεν της παρείχε ούτε ίχνος σαρκικής απόλαυσης από τον άντρα που τη χρησιμοποιούσε ως τροφή για το εγώ του. Προτίμησε την παρουσία της στη ζωή ενός ανθρώπου που την αγαπούσε μ’ αυτόν τον ετερόκλητο αφηρημένο τρόπο από τη βασανιστική απουσία και την αορατότητα που της επέβαλε σαν τιμωρία ο Φλάβιος, επειδή χάλασε το σενάριο που έφτιαξε αυτός για τις ζωές τους.
Μες στην παραφορά της απόγνωσης κατά την οποία οι άνθρωποι αδυνατούν να διαβάσουν τη γλώσσα της ψυχής και μπερδεύουν την ανάγκη για φυγή με την ανάγκη για έρωτα, η Ρόζα παρασύρεται από τον Νικόλα, παραδίνεται σ’ αυτόν, γίνεται για άλλη μια φορά το πιόνι ενός άλλου στη σκακιέρα ενός αλλότριου παιχνιδιού. Αργεί να καταλάβει ότι ο Φλάβιος και ο Νικόλας τη χρησιμοποιούν μ’ ένα τόσο ίδιο και συνάμα τόσο αλλιώτικο τρόπο. Νιώθει με τη σειρά της σκυλεμένη, άδεια, μοιρασμένη και συνάμα αβάσταχτα μόνη, τόσο που επιβάλλει στον εαυτό της ένα νέο δίλημμα: Να διαλέξει πάλι την εξάρτηση σ’ έναν από τους δυο τους.
Ο Νικόλας χρησιμοποιεί για να την ελέγξει το ίδιο όπλο που χρησιμοποίησε και ο Φλάβιος πριν απ’ αυτόν. ΠΑΝΤΡΕΨΟΥ ΜΕ θα της πει υποβάλλοντάς την το νέο προβληματισμό: Τι είναι γι’ αυτήν ο Νικόλας; Ο μικρός αδερφός που δεν είχε ποτέ; Ο γιος που δε θέλησε ν’ αποκτήσει; Ο ακίνδυνος αντίζηλος του Φλάβιου; Το όχημα της φυγής; Προσπαθεί να πιαστεί απ’ το παράλογο, για να αντέξει το λογικό.
Τελικά η Ρόζα και ο Φλάβιος θα φύγουν μαζί. Τον τρόπο δε θα τον αποκαλύψω μα ακόμη και η φυγή τους ακολούθησε το σενάριο που εκείνος διάλεξε. Ένας φαύλος κύκλος ανοίγει με την ανάγκη της Ρόζας για φυγή και κλείνει με την απόπειρά της ν’ αποδράσει. Ομόκεντροι φαύλοι κύκλοι αποτελούν το σχεδιάγραμμα της τραγικής της πορείας στον κόσμο. Ένα σενάριο βασισμένο σ’ ένα μύθο για μια χανούμισσα και μια σπηλιά κι ένα σύμπλεγμα αγαλμάτων που παριστάνει δυο ερωτευμένα σώματα δένονται με τον τραγικό μυθιστορηματικό ιστό της ζωής της Ρόζας...
Το Φεύγω αποτελεί μια κραυγή αγωνίας της εσωτερικής αναζήτησης κάθε γυναίκας... Εκφράζει την ανάγκη της να αυπροσδιοριστεί έξω από σχήματα και πρωτόκολλα κοινωνικής συμπεριφοράς. Το φεύγω είναι ο σπαραγμός κάθε γυναίκας που αδυνατεί να συνθηκολογήσει με τη φθορά και τον εγωισμό όσων την περιβάλλουν. Ταυτόχρονα όμως είναι η τραγική αποτύπωση της στιγμής που οι παρωπίδες του έρωτα φθείρονται και η αλήθεια αποκαλύπτεται ολόγυμνη στα μάτια της συνείδησης.
 Όταν η παραφορά του ερωτικού παροξυσμού καταλαγιάζει και η ψυχή αρχίζει να διακρίνει όλα τα χαρακτηριστικά του συντρόφου που προκαλούν το αίσθημα της καταδυνάστευσης στερώντας τη δυνατότητα του αυτοπροσδιορισμού και της ελευθερίας. Και τότε ξεπροβάλλει η ανάγκη της φυγής, τόσο ισχυρή ώστε όταν υλοποιείται διαρρηγνύοντας τα όρια της εξάρτησης να πλημμυρίζει την ψυχή με μοναξιά και όταν μένει ανεκπλήρωτη να προκαλεί μεμψιμοιρία. Γιατί το φεύγω, με την απαράμιλλη ποιητική γλώσσα του, με το εξαίσιο κυκλικό σχήμα δόμησης της ιστορίας, με τη χρήση του αλληγορικού μύθου της Λελούδως, περιγράφει και αναλύει σε βάθος και με λιτό λυρισμό το φαύλο κύκλο του ανικανοποίητου της ανθρώπινης ύπαρξης μέσω του έρωτα και τις προεκτάσεις που ο έρωτας έχει σε κάθε έκφανση της ζωής του ανθρώπου.
Όλη η ζωή κινείται μέσα σε διλήμματα φυγής ή εξάρτησης και ο χρόνος-δυνάστης καθορίζει τις αποφάσεις, επιβάλλει ποινές και υπογραμμίζει με ρυτίδες τα λάθη και τα πάθη μας.
Το Φεύγω είναι ένα βιβλίο δυνατό και επώδυνο, για αναγνώστες που αντέχουν να κοιτούν την ψυχή τους γυμνή στον καθρέφτη...

Παρασκευή, 18 Μαρτίου 2011

Έγραψε για το "Φεύγω"...

...η Μάρω Κερασιώτη

Φεύγω.
Ρήμα σε χρόνο ενεστώτα ίσως και σε μέλλοντα διαρκείας. Παίζεται.
«Φεύγω» τώρα, αύριο, του χρόνου, φεύγω συνεχώς, γενικώς και αορίστως. Φεύγω  σε χρόνο μυστικό, από τώρα μέχρι τότε, πάντα μέχρι να κλείσω πίσω μου μια πόρτα, μια σχέση, ή μια συμφωνία  και να πραγματοποιήσω  τελικά την πράξη που δηλώνει το ρήμα: να φύγω.
Τότε, μια και το ρήμα αποδίδει μια πρόθεση όσο και μια πράξη, μπορεί να πάω στο περίπτερο για τσιγάρα, στη λαϊκή για μαϊντανό, να πάω στη δουλειά, στη διασκέδαση, στο καθήκον, την αγγαρεία, στο διάβολο αν κάποιος με έχει στείλει και θέλω να τον ευχαριστήσω πραγματοποιώντας την ευχή του.
Φεύγω.
Με την ανεμελιά που συνοδεύει τη φυγή για την αγορά της καθημερινής εφημερίδας, με την αγωνία που κρύβει η μετάβαση σε τόπους φορτισμένους: στη φυλακή, στο νοσοκομείο, στο νεκροταφείο. Με το καρδιοχτύπι στη σκέψη μιας ερωτικής συνεύρεσης, με την κούραση που δημιουργεί μια φθαρμένη σχέση, την απειλή που επικρέμεται, με το κενό που περιμένει.
Φεύγω.
Όταν τίποτα δε με δένει με αυτό που προϋποθέτει το παραπάνω ρήμα, μια και  για να φύγω πρέπει να έχω έρθει: στη ζωή, στο σπίτι, στη δουλειά, στην χαρά ή στη λύπη, στο κουτί της Πανδώρας που πάντοτε μας περιμένει στο γύρισμα της στιγμής έτοιμο να μας φιλοδωρήσει με την έκπληξη που μπορεί μεν να μας  σώσει από την πλήξη με άγνωστο τίμημα δε.
Φεύγω.
Ένα ρήμα  ίσα φορτισμένο με θετική κι αρνητική ενέργεια,
που το εκφέρουμε «μετά λόγου γνώσεως» όταν η πόρτα ανοίγει για να σηματοδοτήσει  μια οριστική αναχώρηση, αδιάφορα για μια ολιγόλεπτη φυγή, όμως, πάντα μια απόφαση.
Φεύγω.

Τι γίνεται όταν το «φεύγω» είναι διακαής αλλά ανεκπλήρωτη επιθυμία; Τι γίνεται όταν δεν υπάρχει πόρτα να περάσεις, τραίνο να απομακρυνθείς, αεροπλάνο να πετάξεις; Όταν δεν υπάρχει τόπος και χρόνος εκκίνησης, τόπος και χρόνος άφιξης, όταν θέλουμε να φύγουμε μόνο και μόνο για να μην είμαστε εδώ, σε ένα εδώ που μας μειώνει και μας πνίγει, που γιγαντώνει τα μειονεκτήματα  κι εξουδετερώνει τα προτερήματα; Όταν η φυγή γίνεται έμμονη ιδέα και μας υποχρεώνει να βλέπουμε την πραγματικότητα μέσα από φίλτρα δακρύων, απογοήτευσης, κατάθλιψης; Τι γίνεται όταν η φυγή ξεκινάει με  έκρηξη  αλλά χωρίς στόχο; Σαν αφυπνισμένο ηφαίστειο, σαν φελλός από κουνημένο μπουκάλι σαμπάνιας, σαν σφαίρα από παιδικό πιστόλι, σα λέξη που την ξεστομίζεις απερίσκεπτα και παγώνει οριστικά στο σχήμα «ΦΕΥΓΩ»;
Φεύγω.
Τι γίνεται  όταν ζητάς το ανέφικτο, όταν πρέπει να φύγεις απ’ τον εαυτό σου;

Η ηρωϊδα της Κώστιας Κοντολέων η άτολμη, τυφλή και μοιραία γωνία ενός ερωτικού τριγώνου «φεύγει» για 177 σελίδες. Φεύγει αποφασισμένη-και πάντα αναποφάσιστη- εγκλωβισμένη στο σχήμα που η ίδια έχει δημιουργήσει, φεύγει σε απόπειρες με ημερομηνία λήξεως που δεν οδηγούν πουθενά. Χτυπάει και χτυπιέται, πληγώνει και πληγώνεται χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες σε μια ηλικία που θα έπρεπε να έχει αποδεχτεί , και να έχει αγαπήσει, τον εαυτό της, τον μόνο από τον οποίο-θα έπρεπε να ξέρει ότι- δεν μπορεί να ξε-φύγει. Σε μια ηλικία που ονομάζεται λανθασμένα «ώριμη», αφού η ωριμότητα δεν είναι θέμα χρόνου αλλά νοητικών διεργασιών που δεν ολοκληρώνονται πάντοτε, θέλει να φύγει απ’ αυτά που γνωρίζει και κατέχει με προορισμό αυτά που αγνοεί και ονειρεύεται, γι’ αυτά που ο κι ο πιο ανυποψίαστος αναγνώστης ξέρει ότι δεν υπάρχουν.
Το τέλος της ιστορίας και η λύση για το μπερδεμένο κουβάρι που αποτελούν οι ήρωες  της ιστορίας είναι η απόλυτη καταστροφή, το μόνο «φεύγω» που μπορεί να βάλει τέλος σε κάποια τραγικά διλήμματα: Το φεύγω που έχει προορισμό  την κόλαση ή τον Παράδεισο που ο καθένας έχει μέσα του την ώρα της  οριστικής αναχώρησης.

Έγραψε για το "Φεύγω"...

... η Λένα Μαντά

Η Ρόζα, γόνος καλής οικογενείας με πατέρα γιατρό, ζει την ζωή που επέλεξαν οι δικοί της για κείνη, εγκλωβισμένη και καταπιεσμένη, την ίδια στιγμή που μέσα της μια "άλλη" Ρόζα λαχταράει να ζήσει  εντελώς διαφορετικά. Οι γονείς θέλουν να παντρευτεί γιατρό αλλα΄η ίδια ερωτεύεται έναν εκκεντρικό ζωγράφο τον Φλάβιο και κάνει την επαναστασή της. Τον παντρεύεται για να συνειδητοποιήσει οτι από την γονική καταπίεση φτάνει στην συζυγική, χωρίς να την αντέχει. Πολλά χρόνια αργότερα ο Κωνσταντίνος, ένας νεαρός άντρας με προτίμηση στο ίδιο φύλο, θ' ασκήσει μια παράξενη έλξη στην ψυχή της. Θα ξυπνήσει την 'Άλλη" Ρόζα μέσα της για να φτάσει να μπερδευτεί ακόμα περισσότερο στην αναζήτηση του άντρα της ζωής της.  Υπάρχει κι ένας θρύλος που η Ρόζα θα μάθει τελικά το τέλος του... Πως ένας μεγάλος έρωτας ολοκληρώνεται όταν γίνεται έργο τέχνης....
Διάβασα το βιβλίο σχεδόν μέσα σε μια μέρα. Είναι η πρώτη φορά που διαβάζω βιβλίο της κ. Κοντολέων, ενώ την ίδια την έχω γνωρίσει και είναι ένας άνθρωπος με έμφυτη ευγένεια και ιδιαίτερη γλύκα. Αυτή που αναδύεται από το βιβλίο της. Δεν είναι ένα εύπεπτο μυθιστόρημα που το ξεχνάς την άλλη στιγμή. Όσο κι αν το θέμα του μοιάζει περίεργο, κάνει τον αναγνώστη να σκεφτεί και να επαναπροσδιορίσει δικές του σκέψεις. Αγάπη σημαίνει εγκλωβίζω; Αγαπώ σημαίνει φτιάχνω το αντικέιμενο της αγάπης μου όπως το θέλω εγώ, για να βολεύει εμένα; Τι γίνονται οι καταπιεσμένες επιθυμίες; Που πηγαίνουν, όταν όλοι νομίζουν οτι κατάφεραν να τις πνίξουν ή έστω να τις υποτάξουν; Και ο έρωτας; Έχει δικαίωμα ζωής και θανάτου στους υπηκόους του;
Υπόδειγμα γραφής φυσικά, χωρίς χυδαιότητες, περιττές και μακροσκελείς περιγραφές, η κ. Κοντολέων επικεντρώνεται στον άνθρωπο, στα πάθη και στα λάθη του. Όπως ήδη είπα, είναι ένα μυθιστόρημα που δεν το ξεχνάς όταν το τελειώσεις. Η Ρόζα δεν είναι μια ...αναποφάσιστη ηρωίδα, είναι μια ψυχή που έχασε το δρόμο της, που την αγάπησαν χωρίς να θελήσουν να την καταλάβουν κι αυτό προκαλεί πόνο μόλις διαπιστωθεί από τον άμεσα ενδιαφερόμενο. Που του έρχεται να φωνάξει: "Αγαπάτε με λιγότερο για να έχω χώρο ν'  αναπνεύσω!" Και η Ρόζα το φώναξε με όλους τους τρόπους στη ζωή της.....
Το εξώφυλλο ανήκει όπως θα είδατε στην "νέα γενιά" των βιβλίων  που εκδίδει ο κ. Ψυχογιός και το βρήκα καταπληκτικό, φέρνει μια άλλη αισθητική στα εκδοτικά.