Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2013

Σιγανά, σιγανά… γράφοντας



Η Κώστια Κοντολέων μιλά ‘εκ βαθέων’ για τη συλλογή διηγημάτων της
«Σιγανά, σιγανά πατώ τη γη»
Εκδόσεις Έναστρον

Αυτοί που μνημονεύουν κι αυτοί που μνημονεύονται είναι οι ζωντανοί, είπα και βάλθηκα να εξιστορήσω τα πάθη των προγόνων των Μικρασιατών κι έφτασα ως τα σήμερα, και βγήκαν τα στοιχειά και ζητούσαν το δικό τους μερίδιο από το κισμέτ των ανθρώπων, από το ξεριζωμό και την νοσταλγία τους, για τις πατρίδες που άφησαν πίσω τους, για κείνες που πρόσμεναν να ριζώσουν.  
   Χώθηκα στις ατομικές ιστορίες ανθρώπων που έζησαν κάποτε ανάμεσα σε αγαπημένα πρόσωπα, που είχαν όνειρα κι ελπίδες, που φλέγονταν από πάθη και οράματα, ως τη στιγμή που η λαίλαπα του πολέμου ήρθε και τους σάρωσε.  Προσπάθησα να τις ανασυνθέσω «με λογισμό και μ’ όνειρο» και να τους ξαναδώσω, με το ζωογόνο φιλί της τέχνης, την αληθινή ή την αληθοφανή τους υπόσταση.  Έπλασα τους χαρακτήρες των ηρώων μου και τους άφησα να ζήσουν ή να χαθούν με το δικό τους τρόπο, με το δικό τους πεπρωμένο.
    Μέσα σ’ αυτό το κλίμα και μ’ έναν ολότελα προσωπικό και ιδιόμορφο τρόπο, γράφτηκαν οι έντεκα ιστορίες του βιβλίου μου «Σιγανά, σιγανά πατώ τη γη», που από τον τίτλο ακόμη προϊδεάζει τον αναγνώστη για μια απόπειρα μετάβασης από την φαντασίωση στο γήινο, σε μια γλώσσα που ταιριάζει στα παραμύθια, γιατί πιστεύω πως ένα από τα ουσιαστικότερα στοιχεία που μας κληροδότησαν οι Μικρασιάτες είναι η αξία και η διαχρονικότητα του μύθου.
   Κυρίαρχα θέματα όπως ο ξεριζωμός, η νοσταλγία, ο τρόμος, όσα φοβερά είδαν τα μάτια τους, τα πάθη τους και ο Νόστος, υπήρξαν η αστείρευτη πηγή της έμπνευσης μου.  Ιστορίες ανθρώπινες, γεμάτες αναμνήσεις και αισθήματα, έρωτες και θλίψη, απώλειες μέχρι το θάνατο, διατρέχουν τα τοπία της ανθρώπινης περιπέτειας, για να ανασύρουν αβρά και διακριτικά όχι τον αχό της μάχης και τις κραυγές νικητών και ηττημένων, αλλά τον λυγμικό ψίθυρο των απλών εκείνων ανθρώπων, με τις ακόμα πιο απλές ιστορίες, τις σχεδόν καθημερινές, για να συλλέξουν τα δάκρυα της αμετάκλητης απουσίας, για να αποτυπώσουν στη μνήμη τα πικρά χαμόγελα των χαμένων ελπίδων.
    Μορφές, χώροι και καταστάσεις διαπλέκονται, χάνουν το σταθερό, λογικό περίγραμμα τους και περνάνε στο χώρο του παραμυθιού, του παλιού εκείνου παραμυθιού που δεν τέλειωνε ποτέ, γιατί το καθένα άρχιζε από εκεί που τέλειωνε το προηγούμενο.  Περνάνε στο χώρο του τραγουδιού, του μακρόσυρτου, λυπητερού, ανατολίτικου τραγουδιού, που δένεται κόμπος στο λαιμό.
     Προσπάθησα ο αναγνώστης μου να έχει έντονη την εντύπωση της ζωντανής επαφής με τους ήρωες, που λίγο πολύ αυτός τους οικειοποιείται.  Θα ήθελα να αισθάνεται την αναπνοή τους δίπλα του, καθώς «σιγανά σιγανά» περνούν μέσα στην δική του πραγματικότητα με βήματα αθόρυβα, σιωπηλά αλλά σταθερά.  Εξαντλώντας από έναν ολόκληρο θησαυρό συναισθημάτων με πρωταρχικό εκείνο της νοσταλγίας του παλιού, της πατρίδας που χάθηκε αλλά μένει στη μνήμη σαν παραμύθι με νεράιδες και στοιχειά, η μυθοπλασία γίνεται συνώνυμη της αλήθειας, ένα συστατικό της ίδιας της ζωής, όπου δεν χρειάζεται τίποτε να επιβεβαιωθεί για να γίνει πιστευτό.  Οι άνθρωποι πάντα θα έχουν την ανάγκη να πιστεύουν  σε νεραϊδογεννημένους, όταν γίνονται αιχμάλωτοι μιας μοίρας που φαίνεται απίστευτη, αιχμάλωτοι μιας τέχνης που κεντά τις συμφορές τους-και από ένα σημείο και μετά δεν έχει σημασία σε ποιον ανήκουν αυτές.  Σ’ όλα τα κείμενα πρωταγωνιστούν γυναίκες που βιώνουν το πάθος-τον έρωτα, τη μητρότητα, την προσφυγιά, την αρρώστια, την ελπίδα-που βιώνουν το πάθος με μια διάθεση μεταφυσική και όμως απόλυτα γήινη.  Μια μικρασιάτικη, κατά την άποψη μου, διάθεση.   Ποιας υφής δυναμισμό διαθέτει το μικρασιατικό στοιχείο ώστε να μπορεί να επιζεί μέσα στα χρόνια και να αντέχει κοινωνικές και πολιτιστικές αλλαγές;
    Μέσα από το συγκεκριμένο βιβλίο προσπάθησα να δώσω μια απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα.  Είναι μια άποψη που στέκεται στη μαγεία, στο όνειρο, στο κέφι και στο δυναμισμό που κρύβανε μέσα τους οι γυναίκες που είχαν την τύχη να γνωρίσουν ως γενέθλιο τόπο κάποιο μικρασιατικό παράλιο.

                 

1 σχόλιο:

  1. ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ
    Οι εκδόσεις ΤΟΠΟΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλιου του Μιχάλη Κατσαρού ΜΕΙΖΟΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ, την Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2018,ωρα 8.00, στο POLIS ART CAFÉ, Πεσμαζόγλου 5 και Σταδίου, Τηλ.210-3245988
    _____________________________________________________________________
    Με την ευκαιρία της συμπλήρωσης 20 χρόνων από το θάνατο του ελευθεριακού ποιητή Μιχάλη Κατσαρού, οι εκδόσεις ΤΟΠΟΣ προχώρησαν στην έκδοση του βιβλίου «ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ, ΜΕΙΖΟΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΑ» .Το βιβλίο αυτό, σε επιμέλεια Άρη Μαραγκόπουλου, περιλαμβάνει όλο το έργο της πρώτης συγγραφικής περιόδου του ποιητή, δηλαδή τις συλλογές ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ, ΟΡΟΠΕΔΙΟ και ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ καθώς και για πρώτη φορά ΑΝΕΚΔΟΤΑ, ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΚΑΙ ΑΘΗΣΑΥΡΙΣΤΑ ποιήματα από την ίδια εποχή, δηλαδή από τα χρόνια της Απελευθέρωσης, των Δεκεμβριανών και των κατοπινών χρόνων, μέχρι και το 1957.
    Στο πρώτο μέρος του μπορεί ο αναγνώστης να διαβάσει ποιήματα διάσημα όπως τη Διαθήκη με το Αντισταθείτε και το «Ελευθερία Ανάπηρη πάλι σου τάζουν» ή το «Πάρτε μαζί σας νερό, το μέλλον μας έχει πολλή ξηρασία». Το δεύτερο μέρος του τόμου, έχει άγνωστα ποιήματα, με την ίδια θεματολογία αλλά και παλιότερα , των ηρωικών εποχών, όπως αυτό, γραμμένο για (κι επάνω στα ) οδοφράγματα των Δεκεμβριανών:
    Έφοδος
    Δέσαμε την καρδιά μας στο οδόφραγμα.
    Κι η σιωπή της νύχτας λαγοκοιμότανε.

    Μετρήσαμε τα δένδρα τ’ ασάλευτα
    στην ατέλειωτη λεωφόρο.

    Κι άχνιζεν η ανάσα μας προσμένοντας
    έσταζε το μολύβι απ’ την καρδιά μας
    κι ακούγαμε τελεύοντας τον ήχο του στην άσφαλτο.

    Κι όπου τα ξημερώματα λύθηκαν τ’ αγριοπούλια
    που προσμένανε το μήνυμα της έφοδος.

    Χτύπησαν τις φτερούγες αλαλάζοντας
    στη φωτεινή γραμμή χωρίς θάνατο

    Πήρανε την κορφή τ’ Ολύμπου την ασάλευτη
    και παίξανε στη μάχη το τραγούδι.

    Και προσπεράσαμε τα πεθαμένα δέντρα που δεν έγνεφαν

    Και προσπεράσαμε τα μολυβένια στρατιωτάκια
    π’ απορήσανε για τον άνεμο.

    Έσκαζε ο ήλιος στήνοντας το λάβαρό μας
    δύο τετράγωνα πιο μπρος από τα χτες...
    …………………………………………………………………………………
    Ή όπως αυτό, που το έγραψε σένα πακέτο από τσιγάρα αμέσως μετά την εκτέλεση του Μπελογιάννη και του Πλουμπίδη:


    Με το λάβαρό σου
    Με το λάβαρό σου
    το κοντάρι σπασμένο
    προσπαθείς ν’ ανεβείς τα σκαλιά.

    Τα πλήθη κάτω–
    κάτω από σε
    λουφασμένα στον ίσκιο
    ή καθισμένα αδιάφορα σε μια πέτρα
    σκύβουν όλο και σκύβουν
    κι άξαφνα ανάβουν οι πυρκαγιές
    –η δικιά σου φωτιά
    του ανθρώπου με το γαρίφαλο
    και του άλλου.

    Κι άξαφνα
    ακούγεται μια φωνή
    κι ύστερα πάλι σωπαίνουν
    κι εσύ στα σκαλιά
    εσύ τη σημαία κυματίζεις για λίγο.

    Μετά περνάνε καμιόνια
    αυτοκίνητα, υπηρεσιακά έγγραφα,
    πυροβολικό, στρατιώτες,
    περνάνε εργάτες που έχασαν
    το σαββατόβραδο
    κι άλλα σπουδαία.
    Σε περιμένω.

    Και αυτό, για τους μεγάλους «Ηγέτες» :

    Στην όρχηση
    Στους ήχους
    Στα κρουστά
    Πρώτος ο Μάγος Ισκαβάντι.
    Τέλειος εις όλα.
    Εις την φρουράν
    Εις το μαστίγιον
    Υψούτο με το τραχύ βλέμμα του
    Ως τίγρης πάνω από τα πλήθη του λαού Γιαμά – Σι – Εν.
    Παράδειγμα προς νέους
    Σε χίλιους αιώνας εις όλην την Ασίαν.

    Μόνον Που έπασχε από νόσον άγνωστον των οφθαλμών
    Κανείς όμως δεν το γνώριζεν

    Κι έτσι ευτυχούσε

    ΑπάντησηΔιαγραφή